479 αποτελέσματα για «気»

気息 きそく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπνοή
気が知れない きがしれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορώ να καταλάβω (τον λόγο, το κίνητρο, κ.λπ.)
気を静める きをしずめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ηρεμώ τα συναισθήματά μου, ανακτώ την ψυχραιμία μου
気功 きこう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκήσεις αναπνοής, έλεγχος της αναπνοής, καλλιέργεια του πνεύματος, τσι κουνγκ, τσιγκόνγκ
気の持ちよう きのもちよう

άλλο

  1. 01 η ψυχική διάθεση κάποιου, ο τρόπος που αντιμετωπίζει κανείς τα πράγματα
気を持たせる きをもたせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω ελπίδες σε κάποιον, δημιουργώ προσδοκίες
気付 きづけ

επίθημα

  1. 01 επ' ονόματι
気を楽にする きをらくにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
気を利かす きをきかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ με διακριτικότητα, δείχνω ευαισθησία, είμαι ετοιμόλογος, λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις, έχω την αντίληψη να πράξω αναλόγως, πιάνω το νόημα
気は確か きはたしか

άλλο, επίθετο

  1. 01 στα λογικά του, σώφρων
気鬱 きうつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μελαγχολία, ψυχική κατάθλιψη
気管支 きかんし

ουσιαστικό

  1. 01 βρόγχος
気の向くままに きのむくままに

επίρρημα

  1. 01 κατά το δοκούν, ανάλογα με τη διάθεση

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, ένδειξη, ίχνος, αίσθηση
  2. 02 κάπως, για κάποιο λόγο, που φαίνεται να είναι
気象台 きしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογικός σταθμός
気の小さい きのちいさい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δειλός, μικρόψυχος, αναποφάσιστος
気分爽快 きぶんそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 νιώθω υπέροχα (αναζωογονημένος)
気抜け きぬけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ατονία, κατήφεια, νωθρότητα, λήθαργος, απάθεια
  2. 02 ξεθυμασμένος (αναφορικά με ανθρακούχο ποτό, μπύρα κ.λπ.)
気ぜわしい きぜわしい

επίθετο

  1. 01 ανήσυχος, νευρικός, σχολαστικός
気勢を削ぐ きせいをそぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάμπτω το ηθικό, περιορίζω τον ενθουσιασμό