304 αποτελέσματα για «直»
直轄植民地 ちょっかつしょくみんち
ουσιαστικό
- 01 αποικία του στέμματος
直積み出し じきつみだし
ουσιαστικό
- 01 άμεση αποστολή
直接競争 ちょくせつきょうそう
ουσιαστικό
- 01 άμεσος ανταγωνισμός
直接教授法 ちょくせつきょうじゅほう
ουσιαστικό
- 01 άμεση διδακτική μέθοδος
直接照準射撃 ちょくせつしょうじゅんしゃげき
ουσιαστικό
- 01 απευθείας βολή
直接費 ちょくせつひ
ουσιαστικό
- 01 άμεσο κόστος
直接目的語 ちょくせつもくてきご
ουσιαστικό
- 01 άμεσο αντικείμενο
直銭形 ちょくせんけい
ουσιαστικό
- 01 ορθογώνια σχήματα
直渡し じきわたし
ουσιαστικό
- 01 απευθείας παράδοση
直払い じきはらい
ουσιαστικό
- 01 πληρωμή τοις μετρητοίς
直立茎 ちょくりつけい
ουσιαστικό
- 01 ορθόκλαδο
直交性 ちょっこうせい
ουσιαστικό
- 01 ορθογωνιότητα, τετραγωνική συνιστώσα
直円柱 ちょくえんちゅう
ουσιαστικό
- 01 ορθός κυκλικός κύλινδρος
直円錐 ちょくえんすい
ουσιαστικό
- 01 ορθός κυκλικός κώνος
直走路 ちょくそうろ
ουσιαστικό
- 01 ευθεία διαδρομή
直流回路 ちょくりゅうかいろ
ουσιαστικό
- 01 κύκλωμα συνεχούς ρεύματος
直読 ちょくどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάγνωση κινεζικού κειμένου με τη σειρά των χαρακτήρων χωρίς συντακτική αναδιάταξη για την προσαρμογή του στα ιαπωνικά
直らない なおらない
επίθετο
- 01 ανεπιδιόρθωτος, μη επιδιορθώσιμος
直言直筆 ちょくげんちょくひつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μιλάω και γράφω ευθέως (ειλικρινά), μιλάω και γράφω χωρίς επιφυλάξεις
直線補間 ちょくせんほかん
ουσιαστικό
- 01 γραμμική παρεμβολή, παρεμβολή ευθείας γραμμής