1019 αποτελέσματα για «自»

自愛 じあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοφροντίδα
  2. 02 αυταγάπη
自衛隊員 じえいたいいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος των Δυνάμεων Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας
自白剤 じはくざい

ουσιαστικό

  1. 01 ορός της αλήθειας
自民 じみん

ουσιαστικό

  1. 01 Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, ΦΔΚ
自宅マンション じたくマンション

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιόκτητο διαμέρισμα
自転車置き場 じてんしゃおきば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος στάθμευσης ποδηλάτων (σημείο, υπόστεγο κ.λπ.), περιοχή στάθμευσης για ποδήλατα
自分語り じぶんがたり

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοαναφορική ομιλία, εκτενής αναφορά στον εαυτό κάποιου
自律的 じりつてき

επίθετο

  1. 01 αυτόνομος, αυτόματος, αυτοσυντηρούμενος, αυτοκατευθυνόμενος
自由都市 じゆうとし

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη πόλη (της Γερμανίας)
  2. 02 κοινότητα (της μεσαιωνικής Ευρώπης)
自殺を図る じさつをはかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιχειρώ αυτοκτονία
自負心 じふしん

ουσιαστικό

  1. 01 περηφάνια, αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση, έπαρση
自動運転 じどううんてん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματη λειτουργία (μηχανή), αυτόνομη οδήγηση (όχημα)
自画像 じがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπροσωπογραφία
自宅待機 じたくたいき

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή στο σπίτι (για την πρόληψη της εξάπλωσης ασθένειας κ.λπ.), αυτοπεριορισμός, αυτοαπομόνωση
  2. 02 βρίσκομαι σε διαθεσιμότητα, βρίσκομαι σε προσωρινή αναστολή εργασίας
自爆装置 じばくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αυτοκαταστροφής, αυτόματος πυροκροτητής, μηχανισμός αυτοπυροδότησης
自ずから おのずから N1

επίρρημα

  1. 01 φυσικά, εν καιρώ, από μόνο του, αυθόρμητα
自己判断 じこはんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοβούλως κρίνω, αποφασίζω μόνος μου, κρίνω ιδία βουλήσει
自機 じき

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας ή όχημα του παίκτη, ελεγχόμενος χαρακτήρας ή όχημα του παίκτη
  2. 02 αεροσκάφος του χειριστή, αεροσκάφος το οποίο πιλοτάρει κάποιος
自治領 じちりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδιοικούμενη επικράτεια
自国民 じこくみん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπολίτες, συμπατριώτες