238 αποτελέσματα για «親»

親鉄元素 しんてつげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρόφιλο στοιχείο
親銅元素 しんどうげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκόφιλο στοιχείο
親石元素 しんせきげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 λιθόφιλο στοιχείο
親気元素 しんきげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 ατμόφιλο στοιχείο
親の欲目と他人の僻目 おやのよくめとたにんのひがめ

άλλο

  1. 01 οι γονείς υπερεκτιμούν τα δικά τους παιδιά ενώ υποτιμούν των άλλων
親補 しんぽ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδικός αυτοκρατορικός διορισμός
親の意見と茄子の花は千に一つも無駄はない おやのいけんとなすびのはなはせんにひとつもむだはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 πάντα να ακούς τους γονείς σου
  2. 02 πάντα να εκτιμάς τη συμβουλή των γονιών σου
  3. 03 ούτε μία στις χίλιες από τις γονικές συμβουλές ή τα άνθη της μελιτζάνας δεν πάνε χαμένες
親ブロック おやブロック

ουσιαστικό

  1. 01 γονεϊκό μπλοκάρισμα (οι γονείς που εμποδίζουν κάποιον από το να κάνει κάτι), αντιρρήσεις των γονέων
親項目 おやこうもく

ουσιαστικό

  1. 01 κύριο λήμμα (σε λεξικό)
親しき中に垣をせよ したしきなかにかきをせよ

άλλο

  1. 01 οι καλές σχέσεις απαιτούν όρια, η διατήρηση αποστάσεων προστατεύει τη φιλία
親韓 しんかん

ουσιαστικό

  1. 01 φιλονοτιοκορεατικός
親雪 しんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόλαυση του χιονιού
親指ピアノ おやゆびピアノ

ουσιαστικό

  1. 01 καλίμπα, κάλιμπα, πιάνο αντίχειρα
親フラ おやフラ

ουσιαστικό

  1. 01 γονεϊκή διακοπή (χρησιμοποιείται από streamers για να υποδηλώσει ότι ένας γονέας μπήκε στο δωμάτιο)
親フラグ おやフラグ

ουσιαστικό

  1. 01 γονική εισβολή (χρησιμοποιείται από streamers για να δηλώσουν ότι ένας γονέας μπήκε στο δωμάτιο), γονική σημαία
親指世代 おやゆびせだい

ουσιαστικό

  1. 01 γενιά του αντίχειρα, άνθρωποι που πληκτρολογούν συνεχώς στα κινητά τους τηλέφωνα χρησιμοποιώντας τους αντίχειρές τους
親方思いの主倒し おやかたおもいのしゅたおし

άλλο

  1. 01 προσπάθεια βοηθείας προς τον αφέντη που καταλήγει όμως σε βλάβη αυτού
親族法 しんぞくほう

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό δίκαιο, δίκαιο συγγένειας
親露 しんろ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλορωσικός
親虫 おやむし

ουσιαστικό

  1. 01 τέλειο έντομο, ενήλικο έντομο