323 αποτελέσματα για «食»

食糧法 しょくりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τη σταθεροποίηση της προσφοράς, της ζήτησης και των τιμών των βασικών τροφίμων
食中毒菌 しょくちゅうどくきん

ουσιαστικό

  1. 01 βακτήριο ικανό να προκαλέσει τροφική δηλητηρίαση
食養 しょくよう

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση θρεπτικών τροφών, τήρηση ισορροπημένης διατροφής
  2. 02 διαιτητική
  3. 03 μακροβιοτική, μακροβιοτική διατροφή
食作用 しょくさよう

ουσιαστικό

  1. 01 φαγοκυττάρωση
食分 しょくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 φάση έκλειψης
食品表示 しょくひんひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 διατροφική επισήμανση
食糞 しょくふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπροφαγία, κατανάλωση περιττωμάτων
食酢 しょくず

ουσιαστικό

  1. 01 ξύδι, επιτραπέζιο ξύδι
食道炎 しょくどうえん

ουσιαστικό

  1. 01 οισοφαγίτιδα
食肉センター しょくにくセンター

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διανομής και εμπορίου κρέατος
  2. 02 σφαγείο (ευφημισμός)
食欲低下 しょくよくていか

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια όρεξης, μείωση της όρεξης, ανορεξία
食品化学 しょくひんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 χημεία τροφίμων
食細胞 しょくさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 φαγοκύτταρο
食料費 しょくりょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 δαπάνες για τρόφιμα, τιμές τροφίμων
食べ合わせる たべあわせる

ρήμα

  1. 01 τρώω μαζί διάφορα φαγητά, συνδυάζω τροφές
食肉解体 しょくにくかいたい

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή και τεμαχισμός κρέατος
食い延ばす くいのばす

ρήμα

  1. 01 συντηρούμαι με κάτι, τεντώνω τα τρόφιμα για να βγάλω τον μήνα
食中酒 しょくちゅうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοόλ ή σάκε που πίνεται κατά τη διάρκεια του γεύματος (σε αντίθεση με τα απεριτίφ, τα χωνευτικά, κ.λπ.)
食用菊 しょくようぎく

ουσιαστικό

  1. 01 βρώσιμο χρυσάνθεμο
食肉加工品 しょくにくかこうひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν επεξεργασμένου κρέατος