266 αποτελέσματα για «取»

取捨分別 しゅしゃふんべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάνω επιλογή ανάμεσα σε πολλά, επιλέγω το καλό (το επιθυμητό, το απαραίτητο, το σχετικό) και απορρίπτω τα υπόλοιπα, απόφαση για αποδοχή ή απόρριψη
取り捌く とりさばく

ρήμα

  1. 01 διευθετώ ένα ζήτημα
取り扱い表示 とりあつかいひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγίες φροντίδας
取り方 とりかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος λήψης (π.χ. φωτογραφιών), τρόπος να παίρνει κανείς κάτι
取り付かれる とりつかれる

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνομαι (από πνεύμα, δαίμονα κ.λπ.)
  2. 02 καταλαμβάνομαι (από μια ιδέα, ψευδαίσθηση κ.λπ.), εμμονικός
取っつきにくい とっつきにくい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στην προσέγγιση, απόμακρος
取り的 とりてき

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιστής χαμηλής κατηγορίας που δεν λαμβάνει μισθό (καταταγμένος κάτω από την κατηγορία τζούριο)
取り分けて とりわけて

επίρρημα

  1. 01 ιδιαίτερα, ειδικά, προπάντων
取りなし とりなし

ουσιαστικό

  1. 01 μεσολάβηση, παρέμβαση, εξομάλυνση
取りこめる とりこめる

ρήμα

  1. 01 περικλείω, εγκλείω, περιβάλλω
取っ組み合い とっくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 πάλη, συμπλοκή
  2. 02 αψιμαχία, καβγάς
取瓶 とりべ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτάλα χύτευσης (σε σιδηρουργεία)
取扱店舗 とりあつかいてんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που διαθέτει ένα συγκεκριμένο είδος, διανομέας
  2. 02 σημείο εξυπηρέτησης, αντιπροσωπεία, γραφείο
取り鍋 とりなべ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτάλα σερβιρίσματος
取り代 とりしろ

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδιο, μερίδα
取り粉 とりこ

ουσιαστικό

  1. 01 αλεύρι ρυζιού
取り立て金 とりたてきん

ουσιαστικό

  1. 01 εισπραχθέν ποσό, χρήματα που εισπράττονται
取り木 とりき

ουσιαστικό

  1. 01 καταβολάδα (φυτού)
取り立てて とりたてて

επίρρημα

  1. 01 ιδιαιτέρως, συγκεκριμένα, ειδικά
取り込み事 とりこみごと

ουσιαστικό

  1. 01 αναστάτωση, φασαρία