305 αποτελέσματα για «行»

行金 こうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζικά χρήματα
行い おこない N1

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη, ενέργεια
  2. 02 συμπεριφορά, διαγωγή
  3. 03 ασκητισμός
行き遅れ いきおくれ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που έχασε την ευκαιρία να παντρευτεί (επειδή είναι πλέον μεγάλη σε ηλικία)
行われる おこなわれる

ρήμα

  1. 01 διεξάγομαι, πραγματοποιούμαι, τελούμαι, λαμβάνω χώρα, διοργανώνομαι, είμαι διαδεδομένος, είμαι στη μόδα, είμαι της εποχής, είμαι τρέχων, τίθεμαι σε χρήση
行政手続 ぎょうせいてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική διαδικασία
行ける いける

ρήμα

  1. 01 είμαι καλός σε κάτι, πηγαίνω καλά
  2. 02 φαίνομαι ελκυστικός (για γεύση, κλπ.)
  3. 03 αντέχω στο ποτό, έχω αντοχή στο αλκοόλ
行ってら いってら

επιφώνημα

  1. 01 καλή μέρα, πρόσεχε, τα λέμε
行けません いけません

άλλο

  1. 01 λανθασμένος, μη καλός, άχρηστος
  2. 02 απελπιστικός, δίχως ελπίδα
  3. 03 απαγορεύεται, δεν επιτρέπεται
  4. 04 δεν μπορώ να πάω
行者忍辱 ぎょうじゃにんにく

ουσιαστικό

  1. 01 αγριοσκόρδο (Allium victorialis var. platyphyllum)
行灯水母 アンドンクラゲ

ουσιαστικό

  1. 01 αντονκουράγκε (carybdea rastoni)
行蘊 ぎょううん

ουσιαστικό

  1. 01 σχηματισμός της βούλησης, σύνολο της βούλησης
行位置 ぎょういち

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός γραμμής
行きしな いきしな

ουσιαστικό

  1. 01 στο δρόμο προς τα εκεί, καθ' οδόν
行き掛かる ゆきかかる

ρήμα

  1. 01 ετοιμάζομαι να πάω, ξεκινάω να πηγαίνω, περνάω από
行の末尾 ぎょうのまつび

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος γραμμής
行ベクトル ぎょうベクトル

ουσιαστικό

  1. 01 διάνυσμα γραμμής
行殊 ぎょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβάν, εκδήλωση
行動主義心理学 こうどうしゅぎしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφοριστική ψυχολογία
行動地帯 こうどうちたい

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη δράσης
行き過ぎ いきすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολή, ακρότητα