351 αποτελέσματα για «口»

口付き くちつき

ουσιαστικό

  1. 01 στο σχήμα του στόματος
  2. 02 επιστόμιο (τσιγάρου)
  3. 03 τρόπος ομιλίας
口縁 こうえん

ουσιαστικό

  1. 01 χείλος μπολ ή σκεύους
  2. 02 περιστόμιο
口吻を漏らす こうふんをもらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκδηλώνω (τα συναισθήματά μου), αφήνω να εννοηθεί (κάτι), υπονοώ, προτείνω
口まめ くちまめ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λαλίστατος, πολυλογάς
口写し くちうつし

ουσιαστικό

  1. 01 παπαγαλίζω, επαναλαμβάνω άκριτα
  2. 02 μιλάω με παρόμοιο τρόπο
口唇期 こうしんき

ουσιαστικό

  1. 01 στοματικό στάδιο, στοματική φάση
口輪筋 こうりんきん

ουσιαστικό

  1. 01 σφιγκτήρας του στόματος
口唇ヘルペス こうしんヘルペス

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείλιος έρπης, επιχείλια ερπητική μόλυνση, ιός του απλού έρπητα τύπου 1, HSV-1
口宣 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 προφορική δήλωση
口塞ぎ くちふさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση ομιλίας, επιβολή σιωπής, μικρή μπουκιά
口音 こうおん

ουσιαστικό

  1. 01 στοματικό σύμφωνο (σε αντίθεση με το ρινικό)
口を掛ける くちをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω, καλώ, προσκαλώ
  2. 02 καλώ μια γκέισα ή μια ιερόδουλη να έρθει
口称 くしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλμωδία της επίκλησης στον Αμίντα Βούδα
口称念仏 くしょうねんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλμωδία επίκλησης (προς τον Αμίντα Βούδα), απαγγελία προσευχής
口細 くちぼそ

ουσιαστικό

  1. 01 στενόστομος (για μπουκάλι κ.λπ.)
  2. 02 ψευδοράσβορα η μικρή (Pseudorasbora parva)
  3. 03 λούτσος
口述書 こうじゅつしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ένορκη βεβαίωση
口承文学 こうしょうぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 προφορική λογοτεχνία, λαϊκή λογοτεχνία
口腔性交 こうくうせいこう

ουσιαστικό

  1. 01 στοματικό σεξ
口装 こうそう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπροσθογεμής
口供書 こうきょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ένορκη κατάθεση, γραπτή κατάθεση