295 αποτελέσματα για «合»

合せ釘 あわせくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πειρος, οδηγός πείρος
合成ガス ごうせいガス

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό αέριο
合胞体 ごうほうたい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκύτιο, συγκύτια
合算課税 がっさんかぜい

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαία φορολογία
合成生物学 ごうせいせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετική βιολογία
合金鉄 ごうきんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροκράμα
合体字 がったいじ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα, χαρακτήρας που προκύπτει από τη συνένωση δύο ή περισσότερων γραφημάτων
合わせ物は離れ物 あわせものははなれもの

άλλο

  1. 01 ό,τι ενώθηκε μπορεί και να χωριστεί, ό,τι ενώθηκε μπορεί να αποχωριστεί
合羽版 かっぱばん

ουσιαστικό

  1. 01 τυπωμα με στένσιλ (κάπα μπαν)
合羽摺り かっぱずり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση (σε χαρτί) με τη χρήση διάτρητων προτύπων
合弁花 ごうべんか

ουσιαστικό

  1. 01 συμπέταλο άνθος
合弁花冠 ごうべんかかん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπέταλη στεφάνη, σύμφυτη στεφάνη
合筆 がっぴつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνένωση οικοπέδων, αναδασμός γη
合成酢 ごうせいす

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό ξίδι
合流注意 ごうりゅうちゅうい

άλλο

  1. 01 προσοχή στη συμβολή οδών
合流車 ごうりゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο που εισέρχεται στη ροή κυκλοφορίας, όχημα που ενσωματώνεται σε λωρίδα κυκλοφορίας
合営 ごうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνιδιοκτησία, κοινή λειτουργία
合宿免許 がっしゅくめんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική εκμάθηση οδήγησης με διαμονή σε εγκαταστάσεις της σχολής οδηγών, κατασκήνωση σχολής οδηγών
合紙 ごうし

ουσιαστικό

  1. 01 η επικόλληση χαρτιού (εκτυπωμένου) σε παχύτερο χαρτί (π.χ. χαρτόνι)
合紙 あいし

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο διαχωρισμού