418 αποτελέσματα για «有»
有ろう事か あろうことか
άλλο
- 01 κι ανάμεσα σε όλα αυτά, κι από πάνω, κι όμως
有事立法 ゆうじりっぽう
ουσιαστικό
- 01 νομοθεσία για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών
有機酸 ゆうきさん
ουσιαστικό
- 01 οργανικό οξύ
有病率 ゆうびょうりつ
ουσιαστικό
- 01 επιπολασμός (ποσοστό)
有益無害 ゆうえきむがい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ωφέλιμος και ακίνδυνος
有線電信 ゆうせんでんしん
ουσιαστικό
- 01 ενσύρματος τηλέγραφος
有罪証拠 ゆうざいしょうこ
ουσιαστικό
- 01 στοιχεία εγκλήματος
有鬚動物 ゆうしゅどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 πογωνοφόρο (οποιοδήποτε σκουλήκι του φύλου Πογωνοφόρα)
有情無情 うじょうむじょう
ουσιαστικό
- 01 έμβια και άβια όντα
有衆 ゆうしゅう
ουσιαστικό
- 01 πλήθη, λαός
有らない あらない
επίθετο
- 01 ανύπαρκτος, μη υπάρχων, στερούμενος
有夏 ゆうか
ουσιαστικό
- 01 ηπειρωτική Κίνα
有念 うねん
ουσιαστικό
- 01 στοχασμός πάνω σε συγκεκριμένα, απτά πράγματα
有らずもがな あらずもがな
άλλο, ουσιαστικό
- 01 περιττός, αχρείαστος, αδικαιολόγητος
有理式 ゆうりしき
ουσιαστικό
- 01 ρητή παράσταση
有線テレビ ゆうせんテレビ
ουσιαστικό
- 01 τηλεόραση κλειστού κυκλώματος
- 02 κοινοτική κεραιοφόρος τηλεόραση, καλωδιακή τηλεόραση
- 03 συνδρομητική τηλεόραση
有り合わす ありあわす
ρήμα
- 01 τυχαίνει να υπάρχει, έχω πρόχειρο, έχω στο απόθεμα
有限責任会社 ゆうげんせきにんがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΗΠΑ, Αυστραλία, κ.λπ.), ΕΠΕ
有効桁 ゆうこうけた
ουσιαστικό
- 01 σημαντικό ψηφίο
有価物 ゆうかぶつ
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενα αξίας