289 αποτελέσματα για «石»

石針 いしばり

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινη βελόνα που χρησιμοποιείται στον κινεζικό βελονισμό
石彫 いしぼり

ουσιαστικό

  1. 01 λιθογλυπτική
石家荘 せっかそう

ουσιαστικό

  1. 01 Σιτζιατζουάνγκ (Κίνα)
石山合戦 いしやまがっせん

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος Ισιγιάμα Χόνγκαντζι (1570-1580), πόλεμος Ισιγιάμα
石山戦争 いしやませんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος Ισιγιάμα Χόνγκαντζι (1570-1580), πόλεμος Ισιγιάμα
石英砂 せきえいさ

ουσιαστικό

  1. 01 χαλαζιακή άμμος
石製模造品 せきせいもぞうひん

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικά πέτρινα αντίγραφα γεωργικών εργαλείων, κατόπτρων, ειδωλίων, όπλων κ.λπ., που χρησιμοποιούνταν για ταφικούς ή τελετουργικούς σκοπούς κατά την περίοδο Κοφούν
石油税 せきゆぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος πετρελαίου
石油ガス税 せきゆガスぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος υγραερίου, φόρος φυσικού αερίου
石鹸製造 せっけんせいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 σαπωνοποιία
石台 せきだい

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογώνια γλάστρα
  2. 02 πέτρινος βάθρο
石に枕し流れに漱ぐ いしにまくらしながれにくちすすぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζω ελεύθερα στην ερημιά, κοιμάμαι έχοντας για προσκέφαλο μια πέτρα και ξεπλένω το στόμα μου με το νερό του ποταμού
石けん台 せっけんだい

ουσιαστικό

  1. 01 σαπουνοθήκη, βάση σαπουνιού
石鉄隕石 せきてついんせき

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοσιδηρομετεωρίτης
石サンゴ イシサンゴ

ουσιαστικό

  1. 01 πετρώδες κοράλλι, σκληρακτίνια, μαδρεπόριο
石倉 いしぐら

ουσιαστικό

  1. 01 πετρόχτιστη αποθήκη
石髄 せきずい

ουσιαστικό

  1. 01 λιθόμαργα
石脳油 せきのうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πετρέλαιο, αργό πετρέλαιο
石淋 せきりん

ουσιαστικό

  1. 01 ουρολιθίαση, νεφρολιθίαση, κυστολιθίαση
石油業者 せきゆぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιάς, ιδιοκτήτης εταιρείας πετρελαιοειδών