いしまくらながれにくちすす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ζω ελεύθερα στην ερημιά, κοιμάμαι έχοντας για προσκέφαλο μια πέτρα και ξεπλένω το στόμα μου με το νερό του ποταμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
石に枕し流れに漱ぐ
Παρόν (ευγενικό)
石に枕し流れに漱ぎます
Άρνηση (απλή)
石に枕し流れに漱がない
Άρνηση (ευγενική)
石に枕し流れに漱ぎません
Παρελθόν (απλό)
石に枕し流れに漱いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
石に枕し流れに漱ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
石に枕し流れに漱がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
石に枕し流れに漱ぎませんでした
Τε-μορφή
石に枕し流れに漱いで
Δυνητική
石に枕し流れに漱げる
Προστακτική
石に枕し流れに漱げ
Βουλητική
石に枕し流れに漱ごう
Υποθετική (ば)
石に枕し流れに漱げば