323 αποτελέσματα για «経»
経営工学 けいえいこうがく
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανική διοίκηση
経済通貨同盟 けいざいつうかどうめい
ουσιαστικό
- 01 οικονομική και νομισματική ένωση (Ευρωπαϊκή), ΟΝΕ
経済財政政策担当大臣 けいざいざいせいせいさくたんとうだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός υπεύθυνος για την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική
経済的動機 けいざいてきどうき
ουσιαστικό
- 01 οικονομικό κίνητρο
経鼻内視鏡 けいびないしきょう
ουσιαστικό
- 01 ρινικό ενδοσκόπιο
経験価値 けいけんかち
ουσιαστικό
- 01 αξία εμπειρίας (ενός προϊόντος, κ.λπ.)
経済データ けいざいデータ
ουσιαστικό
- 01 οικονομικά δεδομένα
経済バブル けいざいバブル
ουσιαστικό
- 01 οικονομική φούσκα
経済モデル けいざいモデル
ουσιαστικό
- 01 οικονομικό μοντέλο
経済指数 けいざいしすう
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός δείκτης
経済生産高 けいざいせいさんだか
ουσιαστικό
- 01 οικονομική παραγωγή
経済戦略会議 けいざいせんりゃくかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συμβούλιο οικονομικής στρατηγικής
経済的痛み けいざいてきいたみ
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός πόνος
経伺 けいし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζητώ οδηγίες, διαβουλεύομαι και λαμβάνω έγκριση
経財相 きょうざいそう
ουσιαστικό
- 01 υπουργός οικονομίας και οικονομικών
経口免疫 けいこうめんえき
ουσιαστικό
- 01 στοματική ανοσοποίηση
経函 きょうかん
ουσιαστικό
- 01 κιβώτιο για φύλαξη ιερών κειμένων
経路係数 けいろけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής διαδρομής
経時的 けいじてき
επίθετο
- 01 χρονολογικός, με το πέρασμα του χρόνου
経済成長予測 けいざいせいちょうよそく
ουσιαστικό
- 01 πρόβλεψη οικονομικής ανάπτυξης