266 αποτελέσματα για «取»
取扱い商品 とりあつかいしょうひん
ουσιαστικό
- 01 διαθέσιμα προϊόντα (σε ένα συγκεκριμένο κατάστημα), προϊόντα προς πώληση
取りはぐれる とりはぐれる
ρήμα
- 01 αποτυγχάνω να εισπράξω, χάνω την είσπραξη (π.χ. χρέους)
取材車 しゅざいしゃ
ουσιαστικό
- 01 βαν κάλυψης ειδήσεων
取り散らかす とりちらかす
ρήμα
- 01 σκορπίζω τριγύρω, αφήνω ακατάστατο, αναστατώνω (π.χ. ένα δωμάτιο), αφήνω αντικείμενα σκορπισμένα γύρω
取り潰し とりつぶし
ουσιαστικό
- 01 διάλυση φεουδαρχικής φατρίας από το σογκουνάτο και δήμευση του φέουδου της
取
- 01 παίρνω
- 02 φέρνω
- 03 αναλαμβάνω