539 αποτελέσματα για «出»

出軍 しゅつぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική εκστρατεία
出藍 しゅつらん

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που ξεπερνά τον δάσκαλό του
出来合う できあう

ρήμα

  1. 01 είμαι έτοιμος, γίνομαι οικείος
出盛り でさかり

ουσιαστικό

  1. 01 η εποχή της ακμής (για καλαμπόκια κ.λπ.), η εποχή (για φρούτα κ.λπ.)
出没自在 しゅつぼつじざい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εμφανίζομαι και εξαφανίζομαι κατά βούληση, ασύλληπτος, φαντασματικός
出勤者 しゅっきんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενοι εν ώρα εργασίας
出札 しゅっさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση εισιτηρίων
出札 でふだ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση κάρτας (σε παιχνίδι τύπου καρούτα)
出力装置 しゅつりょくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα εξόδου, συσκευή εξόδου
出廬 しゅつろ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος από τη συνταξιοδότηση
出外れる ではずれる

ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι ή κείμαι ακριβώς έξω από
出格子 でごうし

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχον δικτυωτό πλέγμα, δικτυωτό παράθυρο τύπου bay
出渋る でしぶる

ρήμα

  1. 01 διστάζω να βγω έξω
出発予定時刻 しゅっぱつよていじこく

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης, ETD
出やすい でやすい

επίθετο

  1. 01 που τείνει να ξεσπά, να εμφανίζεται ή να προεξέχει εύκολα
出門 しゅつもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος από πύλη, αποχώρηση, αναχώρηση (από τον χώρο)
出穂 しゅっすい

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση των στάχυων στα δημητριακά
出し子 だしこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα μικρά ψαράκια, κ.λπ. που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ζωμού ψαριού
  2. 02 πρόσωπο σε απάτη τραπεζικών μεταφορών του οποίου ο ρόλος είναι η ανάληψη των μετρητών
出願者 しゅつがんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών
出張店 しゅっちょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστημα