430 αποτελέσματα για «心»
心拍計 しんぱくけい
ουσιαστικό
- 01 παλμογράφος, ρολόι μέτρησης καρδιακών παλμών
心中立て しんじゅうだて
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πιστότητα (σε μια ρομαντική σχέση)
- 02 αφοσίωση
心悸亢進 しんきこうしん
ουσιαστικό
- 01 παλμοί, ταχυκαρδία
心安立て こころやすだて
ουσιαστικό
- 01 ειλικρίνεια, ειλικρινής διάθεση
心身二元論 しんしんにげんろん
ουσιαστικό
- 01 ψυχοσωματικός δυϊσμός
心臓に毛が生えている しんぞうにけがはえている
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι αναίσχυντος, έχω θράσος, έχω ατσάλινα νεύρα, έχω «τρίχες στην καρδιά μου» (είμαι ατρόμητος)
心緒 しんしょ
ουσιαστικό
- 01 συναίσθημα
- 02 διάθεση, κατάσταση του πνεύματος
心柄 こころがら
ουσιαστικό
- 01 ψυχική διάθεση, νοητική κατάσταση
心が引かれる こころがひかれる
άλλο, ρήμα
- 01 ελκύομαι, νιώθω το κάλεσμα κάποιου, συγκινείται η καρδιά μου
心血管系 しんけっかんけい
ουσιαστικό
- 01 καρδιαγγειακό σύστημα
心のたけ こころのたけ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ο νους, οι σκέψεις, η καρδιά
心霊手術 しんれいしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 πνευματική χειρουργική
心情吐露 しんじょうとろ
ουσιαστικό
- 01 έκφραση των συναισθημάτων κάποιου, άνοιγμα της καρδιάς
心覚えに こころおぼえに
επίρρημα
- 01 για υπενθύμιση
心理検査 しんりけんさ
ουσιαστικό
- 01 ψυχολογικό τεστ, ψυχολογική εξέταση
心忙しい こころぜわしい
επίθετο
- 01 ανήσυχος, ταραγμένος
心願成就 しんがんじょうじゅ
ουσιαστικό
- 01 εκπλήρωση θερμών παρακλήσεων, πραγματοποίηση διακαών πόθων
心理小説 しんりしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 ψυχολογικό μυθιστόρημα
心の柱 しんのはしら
ουσιαστικό
- 01 κεντρικός στύλος παγόδας
心悸 しんき
ουσιαστικό
- 01 ταχυπαλμία, χτύπος της καρδιάς, σφυγμός, χτύπημα