517 αποτελέσματα για «内»

内閣情報局 ないかくじょうほうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Γραφείο Πληροφοριών του Υπουργικού Συμβουλίου (1940-1945), Συμβούλιο Πληροφοριών του Υπουργικού Συμβουλίου
内探 ないたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδιωτική έρευνα, μυστική διερεύνηση
内需拡大 ないじゅかくだい

ουσιαστικό

  1. 01 επέκταση της εγχώριας ζήτησης
内角球 ないかくきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα στην εσωτερική γωνία
内教 ないきょう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδισμός
内部部局 ないぶぶきょく

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τμήμα, τμήμα εντός ενός οργανισμού
内職商法 ないしょくしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 απάτη κατ' οίκον εργασίας (απάτη στην οποία η προσφορά μιας καλά αμειβόμενης εργασίας από το σπίτι χρησιμοποιείται για να παρασυρθούν τα θύματα στην καταβολή σημαντικών προκαταβολών)
内訓 ないくん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικές ή απόρρητες οδηγίες
内池 うちいけ

ουσιαστικό

  1. 01 λιμνούλα κήπου
内辺 うちわたり

ουσιαστικό

  1. 01 περίβολος των αυτοκρατορικών ανακτόρων
内辺 ないへん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό, εσωτερική πλευρά
内交渉 うちこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις
内部変数 ないぶへんすう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική μεταβλητή
内道場 ないどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική αίθουσα εξάσκησης (για τον βουδισμό, εντός των χώρων του αυτοκρατορικού παλατιού)
内用薬 ないようやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο για εσωτερική χρήση
内水 ないすい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά ύδατα, χωρικά ύδατα, τοπική απορροή
内閣閣僚 ないかくかくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέλη υπουργικού συμβουλίου
内容品 ないようひん

ουσιαστικό

  1. 01 περιεχόμενο, αντικείμενα περιεχομένου
内謁 ないえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατ' ιδίαν ακρόαση
内臓感覚 ないぞうかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 σπλαχνική αίσθηση