539 αποτελέσματα για «出»

出養生 でようじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξίδι κάπου για τη βελτίωση της υγείας, ταξίδι κάπου για ανάρρωση
出家遁世 しゅっけとんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μοναστικός απομονωτισμός
出雲国風土記 いずものくにふどき

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζούμο Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος, κ.λπ. της επαρχίας Ιζούμο, 733 μ.Χ.)
出勤簿 しゅっきんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο παρουσιών εργαζομένων
出現回数 しゅつげんかいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συχνότητα εμφάνισης
出発便 しゅっぱつびん

ουσιαστικό

  1. 01 αναχώρηση, πτήση αναχώρησης, εξερχόμενη πτήση
出盛る でさかる

ρήμα

  1. 01 έρχομαι στην εποχή μου (για φρούτα, κ.λπ.), είμαι στην εποχή μου
  2. 02 βγαίνω έξω μαζικά (για ανθρώπους), συρρέω σε μεγάλο αριθμό, κατακλύζω
出女 でおんな

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη πόρνη (κατά την περίοδο Έντο)
出し殻 だしがら

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα, κατακάθι (τσαγιού ή καφέ)
出会 しゅっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, τυχαία συνάντηση
出にくい でにくい

επίθετο

  1. 01 δεν συμβαίνει εύκολα, δύσκολο να προκύψει
出花 でばな

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο έγχυμα τσαγιού
出産数 しゅっさんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός γεννήσεων (συμπεριλαμβανομένων των θνησιγενών)
出血斑 しゅっけつはん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμορραγικές κηλίδες
出張旅費 しゅっちょうりょひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ταξιδιού, επίδομα ταξιδιού
出しに使う だしにつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία για να κάνω κάτι
出場所 でばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 η ώρα κάποιου (π.χ. για να ανέβει στη σκηνή), η σειρά κάποιου
  2. 02 πηγή, προέλευση, τόπος παραγωγής
出札口 しゅっさつぐち

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτήριο εισιτηρίων
出奔者 しゅっぽんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φυγάς, άτομο που εγκαταλείπει το σπίτι του ή τη θέση του κρυφά, άτομο που εγκαταλείπει τη συζυγική εστία
出雲風土記 いずもふどき

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζούμο φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος, κ.λπ. της επαρχίας Ιζούμο· 733 μ.Χ.)