351 αποτελέσματα για «口»
口述権 こうじゅつけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα δημόσιας απαγγελίας (π.χ. απαγγελία ποιήματος σε βιβλιοπωλείο)
口に蜜あり腹に剣あり くちにみつありはらにけんあり
άλλο
- 01 μέλι στο στόμα και ξυράφι στη ζώνη
口径食 こうけいしょく
ουσιαστικό
- 01 βινιετάρισμα
口径比 こうけいひ
ουσιαστικό
- 01 λόγος διαφράγματος (το αντίστροφο του f-number), σχετικό διάφραγμα
口髭猿 くちひげざる
ουσιαστικό
- 01 κουτσιχιγκεζάρου (είδος μαϊμούς Cercopithecus cephus), γένειοφόρος πίθηκος
口入れ人 くちいれにん
ουσιαστικό
- 01 μεσάζοντας, ενδιάμεσος, πράκτορας (π.χ. για πρόσληψη υπηρετικού προσωπικού)
口分田 くぶんでん
ουσιαστικό
- 01 κατανεμημένος ορυζώνας (σύστημα ριτσουριό), γη που διανεμόταν σε όλους τους πολίτες από την οποία το κράτος φορολογούσε την παραγωγή
口唇性格 こうしんせいかく
ουσιαστικό
- 01 στοματικός χαρακτήρας (στην ψυχανάλυση)
口語形 こうごけい
ουσιαστικό
- 01 γλωσσικός τύπος που χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη (σε αντίθεση με την κλασική γλώσσα)
口白鹿 くちじろじか
ουσιαστικό
- 01 ελάφι του Θόρολντ (Cervus albirostris), ελάφι με λευκά χείλη
口座自動振替 こうざじどうふりかえ
ουσιαστικό
- 01 αυτόματη χρέωση λογαριασμού, μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό
口蓋垂音 こうがいすいおん
ουσιαστικό
- 01 σταφυλικός, σταφυλικό σύμφωνο
口腔液 こうくうえき
ουσιαστικό
- 01 στοματικό υγρό
口蓋化 こうがいか
ουσιαστικό
- 01 ουρανίσκωση
口底蜂窩織炎 こうていほうかしきえん
ουσιαστικό
- 01 φλέγμονα του εδάφους της στοματικής κοιλότητας, κυνάγχη του Λούντβιχ
口装砲 こうそうほう
ουσιαστικό
- 01 εμπροσθογεμές πυροβόλο
口が寂しい くちがさびしい
άλλο, επίθετο
- 01 νιώθω την ανάγκη να μασήσω κάτι, λαχτάρα για φαγητό ή τσιγάρο, επιθυμία να έχω κάτι στο στόμα μου
口座名義人 こうざめいぎにん
ουσιαστικό
- 01 δικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού, όνομα λογαριασμού
口がイーってなる くちがイーってなる
άλλο, ρήμα
- 01 χαμογελώ με σφιγμένα δόντια
口ピ くちピ
ουσιαστικό
- 01 διάτρηση χείλους