522 αποτελέσματα για «新»

新常態 しんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 νέα κανονικότητα (κατάσταση νέων οικονομικών ή χρηματοοικονομικών συνθηκών)
新期 しんき

ουσιαστικό

  1. 01 νέα σεζόν (π.χ. τηλεοπτικού προγράμματος), νέα περίοδος
新訂版 しんていばん

ουσιαστικό

  1. 01 νέα και αναθεωρημένη έκδοση
新日本建設 しんにほんけんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 Σίνιχον Κόρπορεϊσον
新仮名 しんかな

ουσιαστικό

  1. 01 νέα ορθογραφία κάνα (μεταρρύθμιση του 1946, τροποποιημένη το 1986), σύγχρονη ορθογραφία κάνα
新枕 にいまくら

ουσιαστικό

  1. 01 νυφική κλίνη
新撰姓氏録 しんせんしょうじろく

ουσιαστικό

  1. 01 Σινσέν Σότζι Ρόκου (Νεοσύστατο Μητρώο Ονομάτων Γενών· 815 μ.Χ.)
新所帯 あらじょたい

ουσιαστικό

  1. 01 νέο νοικοκυριό (π.χ. μετά τον γάμο), νέα οικία
新貨条例 しんかじょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 Διάταγμα για το Νέο Νόμισμα (1871)
新潟大学 にいがただいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Νιιγκάτα
新水 しんすい

ουσιαστικό

  1. 01 σινσούι (ποικιλία αχλαδιάς, Pyrus pyrifolia)
新精霊 あらしょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα προσώπου κατά τη διάρκεια του πρώτου ομπόν μετά τον θάνατό του
新庁舎 しんちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νέο κυβερνητικό κτίριο
新修 しんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νέα συλλογή, νέα έκδοση
新生児溶血性疾患 しんせいじようけつせいしっかん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμολυτική νόσος του νεογνού, εμβρυϊκή ερυθροβλάστωση
新局面 しんきょくめん

ουσιαστικό

  1. 01 νέα φάση, νέα όψη, νέο στάδιο, νέα κατάσταση
新進党 しんしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Σινσιντό (Νέο Κόμμα των Συνόρων, 1994-1997)
新規株式公開 しんきかぶしきこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική δημόσια προσφορά
新涼 しんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή δροσιά, πρώτη ψυχρή πνοή του φθινοπώρου
新盤 しんばん

ουσιαστικό

  1. 01 νέος δίσκος