1019 αποτελέσματα για «自»
自主制作 じしゅせいさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεξάρτητη παραγωγή (π.χ. μιας ταινίας)
自給率 じきゅうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό αυτοσάρκειας (π.χ. στο πετρέλαιο)
自得 じとく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοϊκανοποίηση, εφησυχασμός, αυταρέσκεια
- 02 καταλαβαίνω μόνος μου, συνειδητοποιώ μόνος μου
- 03 ανταπόδοση των πράξεων
自賛 じさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοέπαινος, ο αυτοθαυμασμός
自習時間 じしゅうじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος αυτομελέτης
自己負担 じこふたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 με δικά μου έξοδα
自然科学者 しぜんかがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 φυσικός επιστήμονας
自分史 じぶんし
ουσιαστικό
- 01 προσωπική ιστορία
自治都市 じちとし
ουσιαστικό
- 01 κοινότητα (της μεσαιωνικής Ευρώπης), αυτόνομη πόλη
自閉症 じへいしょう
ουσιαστικό
- 01 αυτισμός
自走式 じそうしき
ουσιαστικό
- 01 αυτοκινούμενος (τύπος)
自己催眠 じこさいみん
ουσιαστικό
- 01 αυθυποβολή, αυτοϋπνωτισμός
自動翻訳 じどうほんやく
ουσιαστικό
- 01 μηχανική μετάφραση, αυτόματη μετάφραση, MT
自己中心 じこちゅうしん
ουσιαστικό
- 01 εγωισμός, εγωκεντρισμός
自己研鑽 じこけんさん
ουσιαστικό
- 01 αυτοβελτίωση
自由民 じゆうみん
ουσιαστικό
- 01 ελεύθεροι άνθρωποι, ελεύθεροι πολίτες
自転車操業 じてんしゃそうぎょう
ουσιαστικό
- 01 οριακή λειτουργία επιχείρησης (αναλογία ότι το ποδήλατο πέφτει όταν σταματούν να περιστρέφονται οι τροχοί του)
自分で蒔いた種 じぶんでまいたたね
άλλο
- 01 κατάσταση που έχει προκαλέσει κάποιος ο ίδιος
自己同一性 じこどういつせい
ουσιαστικό
- 01 αυτοταυτότητα
自分の手柄にする じぶんのてがらにする
άλλο, ρήμα
- 01 οικειοποιούμαι τα εύσημα για κάτι