自じ得とく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοϊκανοποίηση, εφησυχασμός, αυταρέσκεια
  2. 02 καταλαβαίνω μόνος μου, συνειδητοποιώ μόνος μου
  3. 03 ανταπόδοση των πράξεων

Παραδείγματα

  • この問題もんだいは、彼かれが自得じとくした。

    Αυτό το πρόβλημα το κατάλαβε μόνος του.

  • 自分じぶんの努力どりょくで目標もくひょうを達成たっせいし、自得じとくの念ねんに浸ひたった。

    Με τις δικές του προσπάθειες πέτυχε τον στόχο του και ένιωσε ικανοποίηση.

  • 人生じんせいの教訓きょうくんは、書物しょもつから得えるだけでなく、自分じぶんで経験けいけんして自得じとくすることが大切たいせつだ。

    Είναι σημαντικό τα μαθήματα της ζωής να μην τα παίρνουμε μόνο από τα βιβλία, αλλά να τα βιώνουμε και να τα κατανοούμε μόνοι μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
自得する
Παρόν (ευγενικό)
自得します
Άρνηση (απλή)
自得しない
Άρνηση (ευγενική)
自得しません
Παρελθόν (απλό)
自得した
Παρελθόν (ευγενικό)
自得しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自得しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自得しませんでした
Τε-μορφή
自得して
Δυνητική
自得できる
Προστακτική
自得しろ
Βουλητική
自得しよう
Υποθετική (ば)
自得すれば