390 αποτελέσματα για «目»

目木 めぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική βερβερίδα (Berberis thunbergii)
目が舞う めがまう

άλλο, ρήμα

  1. 01 νιώθω ζάλη
目白鮫 めじろざめ

ουσιαστικό

  1. 01 καρχαρίας ο μολυβδόχρωμος (Carcharhinus plumbeus)
目溢れ めこぼれ

ουσιαστικό

  1. 01 παράβλεψη, κάτι που έχει παραβλεφθεί
目を真ん円にする めをまんまるにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω διάπλατα τα μάτια από έκπληξη
目標管理 もくひょうかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διοίκηση μέσω στόχων, μόκου χιό κου κάνρι
目先相場 めさきそうば

ουσιαστικό

  1. 01 η βραχυπρόθεσμη τάση της αγοράς
目元千両 めもとせんりょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 όμορφα μάτια, μάτια γεμάτα ζωντάνια, η κατοχή μιας υπέροχης γοητείας στα μάτια κάποιου
目合ひ まぐわい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεξουαλική επαφή, συνουσία
  2. 02 επικοινωνία αγάπης μέσω οπτικής επαφής, ανταλλαγή βλεμμάτων
目的格補語 もくてきかくほご

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορούμενο του αντικειμένου, ουσιαστικό ή επίθετο που ακολουθεί και προσδιορίζει το άμεσο αντικείμενο
目箒 めぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλικός
目隠し葺き めかくしぶき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμίδια ή στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των οπών των καρφιών σε στέγες από φλοιό κυπαρισσιού με σκοπό τη στεγανοποίηση
目に一丁字もない めにいっていじもない

άλλο

  1. 01 εντελώς αγράμματος
目に一丁字なし めにいっていじなし

άλλο

  1. 01 εντελώς αγράμματος
目立ちたがる めだちたがる

ρήμα

  1. 01 επιδεικνύομαι, προκαλώ τον θαυμασμό
目立ちたがり めだちたがり

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που επιζητά την προβολή, επιδειξίας
目偏 めへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό "μέχεν" (το ιαπωνικό ριζικό που σημαίνει μάτι και εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά ενός χαρακτήρα, ριζικό 109)
目標言語 もくひょうげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα στόχος, αντικείμενο γλώσσας
目的モジュール もくてきモジュール

ουσιαστικό

  1. 01 αντικειμενικό άρθρωμα
目的言語 もくてきげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα-στόχος