359 αποτελέσματα για «相»

相関詞 そうかんし

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλεκόμενος, συσχετικός
相撲に勝って勝負に負ける すもうにかってしょうぶにまける

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω τελικά παρά την ευνοϊκή θέση, αποτυγχάνω την τελευταία στιγμή, κερδίζω τη μάχη αλλά χάνω τον πόλεμο, υπερέχω στο σούμο (τεχνική) αλλά χάνω τον αγώνα
相加効果 そうかこうか

ουσιαστικό

  1. 01 προσθετικό αποτέλεσμα
相加作用 そうかさよう

ουσιαστικό

  1. 01 προσθετική επίδραση
相談事 そうだんごと

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα προς διαβούλευση, θέμα για παροχή συμβουλής
相続法 そうぞくほう

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομικό δίκαιο
相対位置 そうたいいち

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική θέση
相対参照 そうたいさんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική αναφορά
相通じる あいつうじる

ρήμα

  1. 01 είμαι κοινός (με), έχω (κάτι) κοινό (με), είμαι παρόμοιος (με), μοιράζομαι (από)
  2. 02 είμαι αμοιβαία κατανοητός
  3. 03 έχω αμοιβαία σύνδεση, επικοινωνώ ο ένας με τον άλλον
相容れる あいいれる

ρήμα

  1. 01 είμαι συμβατός (με κάποιον ή κάτι), βρίσκομαι σε αρμονία, συνυπάρχω
相対パス そうたいパス

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική διαδρομή
相談会 そうだんかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτική συνάντηση, διαβούλευση
相悪阻 あいづわり

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτία που προκαλείται από τη θέαση του συντρόφου που βιώνει πρωινή αδιαθεσία, συμπαθητική εγκυμοσύνη
相対多数 そうたいたすう

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική πλειοψηφία
相対式ホーム そうたいしきホーム

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρική αποβάθρα, αποβάθρα με μία πλευρά
相変化 そうへんか

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή φάσης
相互関税 そうごかんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίος δασμός
相手コート あいてコート

ουσιαστικό

  1. 01 γήπεδο αντιπάλου (στο τένις ή άλλα αθλήματα)
相貌的知覚 そうぼうてきちかく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσιογνωμική αντίληψη
相思鳥 そうしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σοουσιτσόου, ιαπωνικό αηδόνι (Leiothrix lutea), κόκκινο αηδόνι του Πεκίνου