459 αποτελέσματα για «神»

神のしもべ かみのしもべ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης του Θεού
神を恐れる かみをおそれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φοβάμαι τον Θεό
神代七代 かみよななよ

ουσιαστικό

  1. 01 επτά γενιές θεών (ουράνιων)
神詣 かみもうで

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη σε ιερό
神目箒 かみめぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 ιερός βασιλικός (Ocimum tenuiflorum), τουλάσι, τουλάσι, τουλσί
神明造 しんめいづくり

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός ναοδομίας βασισμένος σε αυτόν του ιερού Ίσε Τζίνγκου
神経核 しんけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 νευρώνας
神樹蚕 しんじゅさん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξοσκώληκας του αϊλάνθου (Σάμια η κύνθια), νυχτοπεταλούδα της κύνθιας
神楽鮫 カグラザメ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαβράγχιος καρχαρίας (Hexanchus griseus)
神道信者 しんとうしんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οπαδός του σιντοϊσμού, πιστός του σιντοϊσμού
神色自若 しんしょくじじゃく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 απόλυτη ψυχραιμία, ήρεμος και συγκροτημένος
神学士 しんがくし

ουσιαστικό

  1. 01 διδάκτορας θεολογίας
神無月 かんなづき

ουσιαστικό

  1. 01 δέκατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου, Οκτώβριος
神韻縹渺 しんいんひょうびょう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υψηλός, υπερβατικός (για έργο τέχνης)
神武景気 じんむけいき

ουσιαστικό

  1. 01 Τζίνμου Κέικι (οικονομική άνθηση στα μέσα της δεκαετίας του 1950)
神経筋 しんけいきん

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 νευρομυϊκός
神事相撲 しんじずもう

ουσιαστικό

  1. 01 πάλη σούμο που τελείται ως μέρος των σιντοϊστικών εορτών συγκομιδής
神田 しんでん

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό κτήμα (καλλιεργήσιμη έκταση που ανήκει σε σιντοϊστικό ναό, τα αφορολόγητα έσοδα της σοδειάς της οποίας διατίθενται για τις λειτουργικές ανάγκες του ναού)
神経性無食欲症 しんけいせいむしょくよくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νευρική ανορεξία
神風タクシー かみかぜタクシー

ουσιαστικό

  1. 01 ταξί ή οδηγός ταξί που παραβιάζει τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, καμικάζι ταξί