838 αποτελέσματα για «人»

人権蹂躙 じんけんじゅうりん

ουσιαστικό

  1. 01 παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων
人種問題 じんしゅもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλετικό ζήτημα, πρόβλημα φυλετικών διακρίσεων
人道主義者 じんどうしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωπιστής
人頼み ひとだのみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βασίζομαι σε άλλους, εξαρτώμαι από άλλους
人形焼 にんぎょうやき

ουσιαστικό

  1. 01 νινγκιογιάκι, σπογγώδες κέικ σε διάφορα σχήματα γεμισμένο με πάστα κόκκινων φασολιών
人事院 じんじいん

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνική Αρχή Προσωπικού
人気沸騰 にんきふっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απολαμβάνω τεράστια δημοτικότητα
人を得る ひとをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσλαμβάνω το κατάλληλο άτομο, επιλέγω κάποιον με τα σωστά προσόντα
人酔い ひとよい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανθρωποφοβία, ζάλη που αισθάνεται κανείς σε μέρη με πολύ κόσμο
人格障害 じんかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή προσωπικότητας
人海 じんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρώπινη θάλασσα, πλήθος ανθρώπων (πολύ μεγάλο)
人気役者 にんきやくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένος ηθοποιός σκηνής, αστέρας του θεάτρου
人材登用 じんざいとうよう

ουσιαστικό

  1. 01 επιλογή για αξιώματα, στελέχωση θέσεων με ικανά άτομα
人物評価 じんぶつひょうか

ουσιαστικό

  1. 01 αξιολόγηση προσωπικότητας, προφίλ
人民軍 じんみんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκός στρατός
人権宣言 じんけんせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, 1789)
人差し ひとさし

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης
人相見 にんそうみ

ουσιαστικό

  1. 01 φυσιογνωμιστής
人類最古 じんるいさいこ

άλλο

  1. 01 αρχαιότερος άνθρωπος (π.χ. αποδείξεις για)
人を飲む ひとをのむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 γράφω τον ιδεογραμματικό χαρακτήρα για το "άτομο" στην παλάμη μου τρεις φορές και προσποιούμαι ότι τον καταπίνω (ως τεχνική για να ηρεμήσω τα νεύρα μου)