539 αποτελέσματα για «出»

出産休暇 しゅっさんきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια λοχείας, υποχρεωτική άδεια οκτώ εβδομάδων μετά τον τοκετό, συν επιπλέον προαιρετική άδεια έξι εβδομάδων
出猟 しゅつりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυνήγι, εξόρμηση για κυνήγι
出力デバイス しゅつりょくデバイス

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή εξόδου
出潮 でしお

ουσιαστικό

  1. 01 πλημμυρίδα
出鼻を折る でばなをおる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κόβω τη φόρα κάποιου, κατεβάζω τον ενθουσιασμό κάποιου, κόβω τα φτερά κάποιου
出初め でぞめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ντεμπούτο, πρώτη εμφάνιση
出土地 しゅつどち

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία εύρεσης αντικειμένου, αρχαιολογικός χώρος ανεύρεσης
出講 しゅっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραδίδω διαλέξεις
出納簿 すいとうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο εσόδων-εξόδων
出損なう でそこなう

ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω να πάω, αποτυγχάνω να έρθω
出藍の誉れ しゅつらんのほまれ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβαίνω τον δάσκαλό μου
出端 では

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία για έξοδο, δυνατότητα για επιτυχία
  2. 02 μουσική συνοδεία για ηθοποιό που ανεβαίνει στη σκηνή
出入国管理及び難民認定法 しゅつにゅうこくかんりおよびなんみんにんていほう

ουσιαστικό

  1. 01 Νόμος περί ελέγχου μετανάστευσης και αναγνώρισης προσφύγων
出物腫れ物所嫌わず でものはれものところきらわず

άλλο

  1. 01 όταν πρέπει να πας, πρέπει να πας, οι πορδές και τα σπυριά δεν επιλέγουν πού (ή πότε) θα εμφανιστούν
出社拒否症 しゅっしゃきょひしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανικανότητα μετάβασης στην εργασία λόγω άγχους ή στρες
出征家族 しゅっせいかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια στρατιώτη στο μέτωπο
出る所に出る でるところにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω όπου χρειάζεται για να διευθετηθεί ένα ζήτημα, για παράδειγμα στο δικαστήριο
出駕 しゅつが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση (ευγενούς)
出獄者 しゅつごくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποφυλακισμένος, πρώην κρατούμενος
出世第一主義 しゅっせだいいちしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σταδιοδρομισμός