1264 αποτελέσματα για «日»

日葡辞書 にっぽじしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Vocabvlario da Lingoa de Iapam (λεξικό ιαπωνικών-πορτογαλικών, εκδόθηκε 1603-1604), Νίπο Τζισό
日本産科婦人科学会 にほんさんかふじんかがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική Εταιρεία Μαιευτικής και Γυναικολογίας
日向臭い ひなたくさい

επίθετο

  1. 01 που μυρίζει ήλιο, που έχει τη μυρωδιά των ρούχων που στέγνωσαν στον ήλιο
  2. 02 επαρχιώτικος, χωριάτικος, ακατέργαστος
日焼けマシン ひやけマシン

ουσιαστικό

  1. 01 σολάριουμ, κρεβάτι μαυρίσματος, καμπίνα μαυρίσματος
日本語環境 にほんごかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό περιβάλλον
日本新聞協会 にほんしんぶんきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική Ένωση Εκδοτών και Συντακτών Εφημερίδων
日ならず ひならず

επίρρημα

  1. 01 σύντομα, εντός ολίγων ημερών
日歩 ひぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσιο επιτόκιο, ημερήσιο ποσοστό
日清戦役 にっしんせんえき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος σινοϊαπωνικός πόλεμος (1894-1895)
日本語学 にほんごがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική γλωσσολογία
日本人論 にほんじんろん

ουσιαστικό

  1. 01 νιχοντζινρόν, θεωρίες για την πολιτισμική ή φυλετική μοναδικότητα των Ιαπώνων
日本青年会議所 にほんせいねんかいぎしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικό Επιμελητήριο Νέων
日本民主党 にほんみんしゅとう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικό Δημοκρατικό Κόμμα (1954-1955)
  2. 02 Δημοκρατικό Κόμμα (της Ιαπωνίας· 1947-1950)
日本証券業協会 にほんしょうけんぎょうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικός Σύνδεσμος Εταιρειών Κινητών Αξιών (JSDA)
日米豪 にちべいごう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνία, Ηνωμένες Πολιτείες και Αυστραλία
日本英語検定協会 にほんえいごけんていきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ίδρυμα Eiken της Ιαπωνίας, (πρώην) Εταιρεία για την Εξέταση της Αγγλικής Επάρκειας (STEP)
日米財界人会議 にちべいざいかいじんかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Συνέδριο επιχειρηματιών Ιαπωνίας-ΗΠΑ
日本考古学協会 にっぽんこうこがくきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική Αρχαιολογική Εταιρεία
日越 にちえつ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνία και Βιετνάμ, ιαπωνο-βιετναμικός
日本薬局方 にほんやっきょくほう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική Φαρμακοποιία