526 αποτελέσματα για «下»

下位 かい

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλότερη βαθμίδα, κατώτερη θέση, υποδεέστερη θέση, κατώτερη τάξη (π.χ. byte)
下手くそ へたくそ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανίκανος, αδέξιος, άτεχνος, μέτριος, ατζαμής, άθλιος
下唇 したくちびる

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω χείλος
下宿 げしゅく N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοικίαση δωματίου με παροχή γευμάτων, διαμονή και διατροφή
  2. 02 πανσιόν, οίκος διαμονής, ενοικιαζόμενο δωμάτιο
下手したら へたしたら

άλλο

  1. 01 στη χειρότερη περίπτωση, αν δεν προσέξει κανείς
下の名前 したのなまえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μικρό όνομα, κύριο όνομα
下手 しもて

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο τμήμα, βάση, χαμηλότερη κατεύθυνση
  2. 02 αριστερό τμήμα της σκηνής (από την οπτική γωνία του κοινού ή της κάμερας), δεξιά πλευρά της σκηνής (από την οπτική γωνία του ηθοποιού)
下町 したまち N2

ουσιαστικό

  1. 01 το χαμηλότερο τμήμα μιας πόλης (συνήθως με καταστήματα, εργοστάσια κ.λπ.)
  2. 02 Σιταμάτσι (χαμηλή περιοχή του ανατολικού Τόκιο κοντά στον κόλπο του Τόκιο, που περιλαμβάνει τις περιοχές Ασακούσα, Σιτάγια, Κάντα, Φουκαγκάουα, Χόντζο, Νιχονμπάσι, Κιομπάσι και τις γύρω περιοχές)
下駄箱 げたばこ

ουσιαστικό

  1. 01 παπουτσοθήκη (στην είσοδο), ντουλάπι παπουτσιών
下層 かそう

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο στρώμα, υποκείμενο στρώμα
  2. 02 κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κατώτερες τάξεις
下り くだり N3

ουσιαστικό

  1. 01 κατερχόμενο τρένο, τρένο που κινείται προς τον τελικό προορισμό του
  2. 02 κατηφόρα, κατηφορικό, προς τα κάτω
  3. 03 κατερχόμενος (ειδικά μακριά από το Τόκιο)
  4. 04 κατάντη, κατηφορικά, προς τα κάτω
下り くんだり

επίθημα

  1. 01 ως εδώ, μέχρι εκεί (αναφερόμενο σε απομακρυσμένο μέρος)
下卑る げびる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι χυδαίος, αγενής, κακότροπος
下見 したみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προκαταρκτική επιθεώρηση, προεπισκόπηση
  2. 02 προπαρασκευαστική ανάγνωση (π.χ. σημειώσεων μαθήματος)
  3. 03 επένδυση τοίχου (σε οικία), πετάσματα εξωτερικής τοιχοποιίας
下等 かとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερος, ποταπός, χυδαίος, χαμηλής ποιότητας, κατώτερης κοινωνικής τάξης
下等 げら

αντωνυμία

  1. 01 εγώ
下敷きになる したじきになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταπλακώνομαι από, παγιδεύομαι κάτω από
下駄 げた N2

ουσιαστικό

  1. 01 γκέτα, παραδοσιακό ιαπωνικό ξύλινο σανδάλι
  2. 02 αναστροφή (στη στοιχειοθεσία), ανάποδος χαρακτήρας
  3. 03 δίχτυ, γκέτα
下準備 したじゅんび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προετοιμασίες, προκαταρκτικές διευθετήσεις, προπαρασκευαστική εργασία, μιζάν πλας (mise en place), θεμέλια
下部 かぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο μέρος, υποδομή
  2. 02 υφιστάμενος (αξιωματούχος), πιστός και αφοσιωμένος υπηρέτης