179 αποτελέσματα για «仕»

仕留める しとめる

ρήμα

  1. 01 εξουδετερώνω (ζώο, αντίπαλο κ.λπ.), σκοτώνω, πυροβολώ θανάσιμα, καταρρίπτω
仕様 しよう N3

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος, μέθοδος, μέσο, πόρος, λύση
  2. 02 (τεχνική) προδιαγραφή
仕組む しくむ

ρήμα

  1. 01 σχεδιάζω, οργανώνω, καταστρώνω, εξυφαίνω
仕込み しこみ

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση, μόρφωση, ανατροφή
  2. 02 εφοδιασμός, αποθεματοποίηση
  3. 03 προετοιμασία (π.χ. υλικών)
  4. 04 κοπέλα που εκπαιδεύεται για να γίνει γκέισα (σικομί)
仕込み じこみ

ουσιαστικό

  1. 01 μαθημένος στο ..., αποκτημένος στο ...
仕上げ しあげ

ουσιαστικό

  1. 01 φινίρισμα, τελείωμα, ολοκλήρωση, τελευταίες πινελιές
仕打ち しうち

ουσιαστικό

  1. 01 μεταχείριση, συμπεριφορά (προς κάποιον), στάση
  2. 02 θεατρική παράσταση, κινήσεις (ηθοποιού), υποκριτικές χειρονομίες
仕向ける しむける

ρήμα

  1. 01 παρακινώ (κάποιον να κάνει κάτι), δελεάζω
  2. 02 συμπεριφέρομαι σε κάποιον (με συγκεκριμένο τρόπο), χειρίζομαι (ανθρώπους), μεταχειρίζομαι
  3. 03 στέλνω, προωθώ
仕上がる しあがる N2

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνομαι, τελειώνω, περαιώνομαι
仕事場 しごとば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας, εργοτάξιο, περιοχή εργασίας
仕切り しきり

ουσιαστικό

  1. 01 χώρισμα, διαχωρισμός, όριο, διαμέρισμα
  2. 02 τακτοποίηση λογαριασμών, διακανονισμός
  3. 03 προκαταρκτικό τελετουργικό προθέρμανσης, προσέγγιση της γραμμής έναρξης
  4. 04 καθοδήγηση, έλεγχος, διαχείριση, ανάληψη ευθύνης
仕入れ しいれ

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά (αποθέματος, υλικών κ.λπ.), προμήθεια, εφοδιασμός, στοκάρισμα
仕立て上げる したてあげる

ρήμα

  1. 01 παρουσιάζω ως, προετοιμάζω για κάποιο ρόλο, πλάθω χαρακτήρα, ενοχοποιώ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχος, δημόσιος υπάλληλος
仕事ぶり しごとぶり

ουσιαστικό

  1. 01 ο τρόπος εργασίας, ο τρόπος με τον οποίο εργάζεται κάποιος
仕上がり しあがり N1

ουσιαστικό

  1. 01 φινίρισμα, τέλος, ολοκλήρωση, αποτέλεσμα
仕立て したて

ουσιαστικό

  1. 01 ραφή, κόψιμο, ράψιμο
  2. 02 ειδική προετοιμασία
  3. 03 διδασκαλία, εκπαίδευση
仕切り直し しきりなおし

ουσιαστικό

  1. 01 ανασυγκρότηση πριν από μια νέα προσπάθεια, επανετοιμασία για μια νέα εκκίνηση
  2. 02 επαναξεκίνημα, φρέσκια αρχή, επιστροφή στο μηδέν
仕送り しおくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαρτζιλίκι, έμβασμα, αποστολή χρηματικού βοηθήματος
仕方なしに しかたなしに

επίρρημα

  1. 01 ανήμπορα, απρόθυμα