27 αποτελέσματα για «仰»
仰のける あおのける
ρήμα
- 01 στρέφω προς τα πάνω (το πρόσωπο ή ένα χαρτί)
仰視 ぎょうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοιτάζω προς τα πάνω, τρέφω σεβασμό
仰ぎ望み あおぎのぞみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποβλέπω (για βοήθεια), αναζητώ, σέβομαι
仰け のっけ
ουσιαστικό
- 01 ακριβώς η αρχή, η απαρχή
仰け様 のけざま
ουσιαστικό
- 01 ανάσκελος
仰せ言 おおせごと
ουσιαστικό
- 01 δήλωση, εντολή
仰
- 01 ανάσκελα
- 02 κοιτάζω ψηλά
- 03 εξαρτώμαι
- 04 αναζητώ
- 05 σέβομαι
- 06 λατρεύω, τιμώ
- 07 πίνω
- 08 παίρνω