仰のける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στρέφω προς τα πάνω (το πρόσωπο ή ένα χαρτί)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仰のける
- Παρόν (ευγενικό)
- 仰のけます
- Άρνηση (απλή)
- 仰のけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仰のけません
- Παρελθόν (απλό)
- 仰のけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仰のけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仰のけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仰のけませんでした
- Τε-μορφή
- 仰のけて
- Δυνητική
- 仰のけられる
- Προστακτική
- 仰のけろ
- Βουλητική
- 仰のけよう
- Υποθετική (ば)
- 仰のければ
- Υποθετική (たら)
- 仰のけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仰のけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仰のけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仰のけなさい
- Παθητική
- 仰のけられる
- Αιτιατική
- 仰のけさせる