67 αποτελέσματα για «仲»

仲居 なかい

ουσιαστικό

  1. 01 σερβιτόρα (σε παραδοσιακό πανδοχείο ριοκάν ή εστιατόριο), οικοδέσποινα
仲人 なこうど N1

ουσιαστικό

  1. 01 προξενητής
  2. 02 διαμεσολαβητής, μεσάζων, ενδιάμεσος, διαλλακτής
仲人 なかびと

ουσιαστικό

  1. 01 μεσάζοντας, προξενητής
仲の悪い なかのわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 στα μαχαίρια, σε κακή σχέση
仲立ち なかだち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμεσολάβηση, μεσιτεία, μεσίτης, διαμεσολαβητής
仲介役 ちゅうかいやく

ουσιαστικό

  1. 01 μεσολαβητής, ενδιάμεσος, διαμεσολαβητής, μεσίτης
仲間に加える なかまにくわえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εντάσσω στον κύκλο των φίλων μου (ή συναδέλφων κ.λπ.), συμπεριλαμβάνω, αποδέχομαι
仲良しこよし なかよしこよし

ουσιαστικό

  1. 01 στενός φίλος, αγαπητός φίλος, κολλητός, φιλαράκι
仲買人 なかがいにん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσίτης, μεσάζοντας
仲介者 ちゅうかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσολαβητής, διαμεσολαβητής, ενδιάμεσος
仲買 なかがい

ουσιαστικό

  1. 01 μεσιτεία, μεσίτης
仲介業者 ちゅうかいぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσίτης, διαμεσολαβητής, μεσιτικό γραφείο
仲見世 なかみせ

ουσιαστικό

  1. 01 νακαμίσε, καταστήματα κατά μήκος ενός διαδρόμου στον περίβολο ενός σιντοϊστικού ναού
仲見世通り なかみせどおり

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικός δρόμος στον περίβολο ενός ιερού (ναού)
仲裁者 ちゅうさいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής, μεσολαβητής
仲卸 なかおろし

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσος έμπορος χονδρικής, μεσάζων, διαμεσολαβητής
仲裁人 ちゅうさいにん

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής, μεσολαβητής
仲働き なかばたらき

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια (που δεν εργάζεται στην κουζίνα ή στους χώρους διαμονής)
仲人口 なこうどぐち

ουσιαστικό

  1. 01 λόγια προξενητή, επαινετικά σχόλια για κάποιον
仲に入る なかにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ ως μεσολαβητής