57 αποτελέσματα για «任»
任期満了 にんきまんりょう
ουσιαστικό
- 01 λήξη θητείας
任を果たす にんをはたす
άλλο, ρήμα
- 01 εκπληρώνω το καθήκον μου, φέρνω σε πέρας τα καθήκοντά μου
任命権 にんめいけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα διορισμού
任用 にんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διορισμός, απασχόληση
任務部隊 にんむぶたい
ουσιαστικό
- 01 ειδική ομάδα αποστολής
任免 にんめん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διορισμός και παύση
任せきり まかせきり
ουσιαστικό
- 01 η ανάθεση των πάντων σε κάποιον άλλον
任侠映画 にんきょうえいが
ουσιαστικό
- 01 ταινία νινκιο, ταινία με γιακούζα
任命状 にんめいじょう
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο διορισμού
任意団体 にんいだんたい
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική οργάνωση (μη ελεγχόμενη και μη προστατευόμενη από τον νόμο), ιδιωτικός οργανισμός
任意出頭 にんいしゅっとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νινι-σουτό, εθελούσια προσέλευση για αστυνομική ανάκριση
任意保険 にんいほけん
ουσιαστικό
- 01 προαιρετική ασφάλεια, εθελούσια ασφάλιση, επιπρόσθετη ασφάλιση, ασφάλεια οχήματος πέραν της βασικής υποχρεωτικής ασφάλισης
任に堪える にんにたえる
άλλο, ρήμα
- 01 ανταποκρίνομαι σε καθήκον, είμαι ικανός για τη δουλειά, είμαι σε θέση να καλύψω τη θέση
任意整理 にんいせいり
ουσιαστικό
- 01 εκούσια εκκαθάριση, λύση επιχείρησης
任侠団体 にんきょうだんたい
ουσιαστικό
- 01 ομάδα γιακούζα, οργάνωση των νινκίο (ιπποτικός οργανισμός)
任意聴取 にんいちょうしゅ
ουσιαστικό
- 01 εκούσια κατάθεση (από την αστυνομία), εθελοντική ανάκριση
任意捜査 にんいそうさ
ουσιαστικό
- 01 έρευνα που διεξάγεται με τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου μέρους
任意型 にんいがた
ουσιαστικό
- 01 οποιοσδήποτε τύπος
任国 にんごく
ουσιαστικό
- 01 χώρα απόσπασης (π.χ. για έναν πρεσβευτή)
任職 にんしょく
ουσιαστικό
- 01 διορισμός, ανάληψη θέσης