129 αποτελέσματα για «余»

余生 よせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπα χρόνια ζωής, το υπόλοιπο της ζωής κάποιου
余剰 よじょう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 πλεόνασμα, υπόλοιπο, κατάλοιπο, περιθώριο, υπόλοιπο λογαριασμού
余念がない よねんがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 προσήλωση σε ένα πράγμα, πλήρης αφοσίωση σε κάτι
余すところなく あますところなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 πλήρως, διεξοδικά
余裕綽々 よゆうしゃくしゃく

επίθετο, ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 ψύχραιμος και ατάραχος, με αυτοκυριαρχία, έχοντας περίσσευμα χρόνου ή πόρων
余年 よねん

ουσιαστικό

  1. 01 τα εναπομείναντα χρόνια της ζωής κάποιου
余白 よはく

ουσιαστικό

  1. 01 κενός χώρος, περιθώριο, άδειος καμβάς
余暇 よか N1

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος χρόνος, ελεύθερο διάστημα, διαθέσιμος χρόνος
余り物 あまりもの

ουσιαστικό

  1. 01 περίσσευμα, υπόλοιπα, αποφάγια, απομεινάρι, πλεόνασμα
余念 よねん

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη ιδέα
余罪 よざい

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέον εγκλήματα, περαιτέρω αξιόποινες πράξεις
余熱 よねつ

ουσιαστικό

  1. 01 απορριπτόμενη θερμότητα, υπολειπόμενη θερμότητα
余りに あまりに

επίρρημα

  1. 01 υπερβολικά, πάρα πολύ
余裕を与える よゆうをあたえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρέχω σε κάποιον χώρο, δίνω σε κάποιον περιθώριο αναπνοής, δείχνω επιείκεια σε κάποιον, δίνω περιθώριο ελιγμών, παρέχω ευκαιρία
余所余所しい よそよそしい

επίθετο

  1. 01 απόμακρος, ψυχρός, τυπικός
余儀ない よぎない

επίθετο

  1. 01 αναπόφευκτος, μοιραίος, πέρα από τον έλεγχο κάποιου
余震 よしん

ουσιαστικό

  1. 01 μετασεισμός
余勢 よせい

ουσιαστικό

  1. 01 περισσευούμενη ισχύς, ορμή, φόρα, αδράνεια
余技 よぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα ενασχόληση, χόμπι
余裕をかます よゆうをかます

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι την ψυχραιμία, υποκρίνομαι ότι έχω περίσσευμα (χρόνου, χρημάτων, δυνάμεων κ.λπ.)