29 αποτελέσματα για «併»
併載 へいさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δημοσιεύω παράλληλα ένα σχετικό άρθρο (π.χ. σε περιοδικό), εκδίδω ένα σχετικό άρθρο
併用治療 へいようちりょう
ουσιαστικό
- 01 συνδυαστική θεραπεία, θεραπευτικός συνδυασμός
併願受験 へいがんじゅけん
ουσιαστικό
- 01 συμμετοχή σε εισαγωγικές εξετάσεις για πολλά σχολεία
併科 へいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συντρέχουσες ποινές
併催 へいさい
άλλο
- 01 συνδιοργάνωση δύο γεγονότων, από κοινού
併せ用いる あわせもちいる
ρήμα
- 01 χρησιμοποιώ από κοινού, χρησιμοποιώ ταυτόχρονα
併起 へいき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμβαίνω ταυτόχρονα
併用軌道 へいようきどう
ουσιαστικό
- 01 σιδηροδρομική γραμμή τοποθετημένη πάνω στο οδόστρωμα
併
- 01 ενώνω
- 02 συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι
- 03 ενώνω, ενώνωμαι
- 04 συλλογικός