nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 併
併

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 8 πινελιές | Ρίζα: 人 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ενώνω
  2. 02 συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι
  3. 03 ενώνω, ενώνωμαι
  4. 04 συλλογικός

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ヘイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

あわ.せる

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 併設 συνεγκατάσταση (ιδίως σχολείων διαφορετικών βαθμίδων ή διαφορετικών κύκλων σπουδών), ίδρυση ως παράρτημα (π.χ. σχολείου), παράθεση, τοποθέτηση πλάι πλάι
  • 併せ持つ συνδυάζω, κατέχω ταυτόχρονα δύο πράγματα (π.χ. καλά και κακά σημεία), διαθέτω επίσης κάτι (επιπλέον κάποιου άλλου)
  • 合併 συγχώνευση (εταιρειών, πόλεων κ.λπ.), συνένωση, ένωση, σύμπτυξη, ενοποίηση, συνασπισμός, συγχώνευση, προσάρτηση, προσχώρηση, ενσωμάτωση
  • 併用 συνδυαστική χρήση, παράλληλη χρήση, ταυτόχρονη χρήση
  • 併合 συγχώνευση, ένωση σε ένα, ανάμειξη, συνένωση, συνένωση, προσάρτηση, απορρόφηση
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων