37 αποτελέσματα για «倒»
倒けつ転びつ こけつまろびつ
άλλο, επίρρημα
- 01 πέφτοντας και σκοντάφτοντας (με βιασύνη), τρέχοντας ασθμαίνοντας
倒閣 とうかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανατροπή κυβέρνησης
倒懸 とうけん
ουσιαστικό
- 01 κρεμάω κάποιον ανάποδα
倒死 とうし
ουσιαστικό
- 01 πεθαίνω στην άκρη του δρόμου
倒立式 とうりつしき
ουσιαστικό
- 01 ανεστραμμένου τύπου (π.χ. αμορτισέρ)
倒立像 とうりつぞう
ουσιαστικό
- 01 αντεστραμμένο είδωλο
倒錯症 とうさくしょう
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλική διαταραχή (π.χ. παιδοφιλία, σαδισμός), παραφιλία
倒語 とうご
ουσιαστικό
- 01 αντιμετατεθειμένη λέξη, λέξη με αντεστραμμένα στοιχεία
倒産企業 とうさんきぎょう
ουσιαστικό
- 01 χρεοκοπημένη εταιρεία
倒置文 とうちぶん
ουσιαστικό
- 01 αναστρεμμένη πρόταση
倒る たおる
ρήμα
- 01 πέφτω, πεθαίνω, ηττώμαι
倒句 とうく
ουσιαστικό
- 01 ανάγνωση κινεζικού κειμένου με την ιαπωνική σειρά συντακτικής δομής
倒像 とうぞう
ουσιαστικό
- 01 αντεστραμμένο είδωλο
倒産会社 とうさんがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 χρεοκοπημένη εταιρεία
倒立振子 とうりつふりこ
ουσιαστικό
- 01 ανεστραμμένο εκκρεμές
倒錯的 とうさくてき
επίθετο
- 01 διεστραμμένος, στρεβλός, αντεστραμμένος
倒
- 01 ανατρέπω
- 02 πέφτω
- 03 καταρρέω
- 04 ρίχνω
- 05 χαλάω