nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 倒
倒

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 10 πινελιές | Ρίζα: 人 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ανατρέπω
  2. 02 πέφτω
  3. 03 καταρρέω
  4. 04 ρίχνω
  5. 05 χαλάω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

トウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

たお.れる、-だお.れ、たお.す、さかさま、さかさ、さかしま

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 倒れる πέφτω (κάτω, απότομα), καταρρέω, παθαίνω πτώση, ανατρέπομαι
  • 面倒 φασαρία, μπελάς
  • 倒す ρίχνω κάτω, γκρεμίζω, ανατρέπω, ξαπλώνω, γέρνω στο πλάι, ρίχνω (π.χ. ένα δέντρο), γέρνω πίσω (π.χ. ένα κάθισμα)
  • 圧倒的 συντριπτικός
  • 面倒くさい ενοχλητικός, κουραστικός, βαρετός, είναι μπελάς, βαριέμαι να κάνω
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων