73 αποτελέσματα για «偏»

偏頗 へんぱ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεροληψία, διακριτική μεταχείριση
偏った考え かたよったかんがえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μεροληπτική άποψη, προκατάληψη, μονομερής θεώρηση
偏流 へんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παρέκκλιση (αεροπλάνου ή πλοίου κ.λπ.), πλευρική μετατόπιση, επίδραση ανέμου
偏西風 へんせいふう

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικοί άνεμοι, επικρατούντες δυτικοί άνεμοι
偏倚 へんい

ουσιαστικό

  1. 01 απόκλιση, προκατάληψη
偏向報道 へんこうほうどう

ουσιαστικό

  1. 01 μεροληπτική κάλυψη, μεροληπτική δημοσιογραφική αναφορά, μεροληψία στην ειδησεογραφία
偏移 へんい

ουσιαστικό

  1. 01 μετατόπιση (π.χ. ερυθρή μετατόπιση)
偏諱 へんき

ουσιαστικό

  1. 01 μονό ιαπωνικό ιδεόγραμμα που αποτελεί μέρος του ονόματος ενός ευγενούς (ο οποίος φέρει όνομα με πολλά ιδεογράμματα)
偏微分方程式 へんびぶんほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 μερική διαφορική εξίσωση
偏奇 へんき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρικότητα, ιδιορρυθμία
偏角 へんかく

ουσιαστικό

  1. 01 απόκλιση, γωνία απόκλισης
  2. 02 όρισμα (μιγαδικού αριθμού)
偏微分 へんびぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μερική παράγωγος, μερική παραγώγιση
偏執病 へんしゅうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράνοια
偏癖 へんぺき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρικότητα, ιδιοτροπία
偏光板 へんこうばん

ουσιαστικό

  1. 01 πολωτικό φίλτρο
偏差値教育 へんさちきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση προσανατολισμένη στις τιμές απόκλισης, εκπαίδευση με έμφαση στα αποτελέσματα των εξετάσεων, εκπαίδευση που δίνει βάση στο διάβασμα και την επιτυχία στις εξετάσεις για την άνοδο στην κατάταξη, παπαγαλία για ακαδημαϊκή προετοιμασία
偏心 へんしん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρότητα (στη μηχανική, τα ηλεκτρονικά, κ.λπ.)
偏固 へんこ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδιάλλακτος, πεισματάρης, στενόμυαλος
偏波 へんぱ

ουσιαστικό

  1. 01 πόλωση, πολωμένο κύμα
偏土 へんど

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτικές περιοχές