27 αποτελέσματα για «働»
働き人 はたらきびと
ουσιαστικό
- 01 εργάτης, ικανός εργαζόμενος
働き中毒 はたらきちゅうどく
ουσιαστικό
- 01 εργασιομανής
働きすぎ はたらきすぎ
ουσιαστικό
- 01 υπερδραστηριότητα
- 02 υπερκόπωση, υπερβολική εργασία
働かせる はたらかせる
ρήμα
- 01 βάζω κάποιον να δουλέψει, απασχολώ κάποιον
- 02 χρησιμοποιώ, εφαρμόζω, ασκώ, επιστρατεύω (π.χ. αυτοσυγκράτηση, φαντασία, το μυαλό μου κ.λπ.)
働き方改革 はたらきかたかいかく
ουσιαστικό
- 01 μεταρρύθμιση του τρόπου εργασίας, αναδιάρθρωση των εργασιακών πρακτικών (τοποθεσία, ώρες, κ.λπ.)
働きがい はたらきがい
ουσιαστικό
- 01 εργασιακή ικανοποίηση, ποιότητα εργασιακής ζωής, λόγος για εργασία
働
- 01 δουλεύω
- 02 (κοκούτζι)