33 αποτελέσματα για «充»

充備 じゅうび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, πληρότητα, τελειότητα
充盈 じゅうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεμίζω, συμπληρώνω (κάτι)
充足理由の原理 じゅうそくりゆうのげんり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αρχή του επαρκούς λόγου
充員 じゅういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατολόγηση (π.χ. στρατευμάτων)
  2. 02 εφεδρείες, νεοσύλλεκτοι, στρατεύσιμοι
充当金 じゅうとうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεματικό, κονδύλι προορισμένο για ειδικό σκοπό
充足字句 じゅうそくじく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανοποιημένο διακριτικό
充填文字 じゅうてんもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας συμπλήρωσης
充填豆腐 じゅうてんとうふ

ουσιαστικό

  1. 01 τζουτέν τόφου, μεταξένιο τόφου που πήζει απευθείας μέσα στη συσκευασία του
充填物 じゅうてんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό πλήρωσης, υλικό γεμίσματος
充電電流 じゅうでんでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεύμα φόρτισης
充電ケーブル じゅうでんケーブル

ουσιαστικό

  1. 01 καλώδιο φόρτισης
充放電 じゅうほうでん

ουσιαστικό

  1. 01 φόρτιση και εκφόρτιση (μπαταρίας)
  1. 01 κατανέμω
  2. 02 γεμίζω