433 αποτελέσματα για «全»

全世界 ぜんせかい

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος ο κόσμος
全うする まっとうする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω, εκπληρώνω, φέρω εις πέρας
全力を尽くす ぜんりょくをつくす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω κάθε προσπάθεια, δίνω τον καλύτερο εαυτό μου
全土 ぜんど

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο το έθνος, ολόκληρη η χώρα, όλη η επικράτεια
全身全霊 ぜんしんぜんれい

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης αφοσίωση, ψυχή τε και σώματι, όλο μου το είναι
全軍 ぜんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος ο στρατός, ολόκληρη η ομάδα
  2. 02 όλοι οι στρατοί, όλες οι ομάδες
全域 ぜんいき

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η περιοχή, η συνολική έκταση, όλα τα τμήματα
  2. 02 το σύνολο του πεδίου (μελέτης), κάθε τομέας, ολόκληρη η γκάμα
全面 ぜんめん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη επιφάνεια, ολόκληρος
全力疾走 ぜんりょくしっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέξιμο με όλη τη δύναμη του σώματος
全長 ぜんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό μήκος
全校 ぜんこう

ουσιαστικό

  1. 01 όλο το σχολείο
  2. 02 όλα τα σχολεία
全額 ぜんがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό ποσό, ολόκληρο το ποσό
全貌 ぜんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης εικόνα, συνολική απεικόνιση, ολόκληρη η ιστορία, πλήρεις λεπτομέρειες, όλες οι λεπτομέρειες
全容 ぜんよう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική εικόνα, πλήρης όψη, ολόκληρη ιστορία
全方位 ぜんほうい

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε κατεύθυνση
全くもって まったくもって

άλλο, επίρρημα

  1. 01 πράγματι, στ' αλήθεια, εντελώς, τελείως, ολοκληρωτικά, απολύτως
全財産 ぜんざいさん

ουσιαστικό

  1. 01 όλη η περιουσία κάποιου, το σύνολο των υπαρχόντων του
全快 ぜんかい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης ανάρρωση της υγείας
全国大会 ぜんこくたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 πανεθνικό συνέδριο, εθνικός διαγωνισμός, πανεθνικοί αθλητικοί αγώνες
全体として ぜんたいとして

άλλο

  1. 01 συνολικά