313 αποτελέσματα για «再»

再構成 さいこうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασυγκρότηση, αναδιοργάνωση, ανασύσταση, αναδιαμόρφωση
再編 さいへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση, ανασχηματισμός
再起不能 さいきふのう

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπανόρθωτος, χωρίς ελπίδα ανάρρωσης ή επαναφοράς
再起 さいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή, ανάκαμψη, αποκατάσταση, ανάρρωση
再開発 さいかいはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αστική ανάπλαση
再就職 さいしゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 επανεκκίνηση απασχόλησης
再燃 さいねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτροπή, αναζωπύρωση, επαναφορά
再来年 さらいねん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεθεπόμενο έτος
再編成 さいへんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση, ανασχηματισμός
再来週 さらいしゅう N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεθεπόμενη εβδομάδα
再考 さいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναξιολόγηση, αναθεώρηση
再出発 さいしゅっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανεκκίνηση
  2. 02 νέα αρχή
再放送 さいほうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναμετάδοση, επανάληψη προγράμματος
再教育 さいきょういく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανεκπαίδευση, αναεκπαίδευση, μετεκπαίδευση
再度確認 さいどかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβεβαίωση, επανέλεγχος
再発防止 さいはつぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόληψη υποτροπής, αποτροπή επανεμφάνισης
再挑戦 さいちょうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νέα προσπάθεια, επαναληπτική δοκιμή, ξανά δοκιμασία
再演 さいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νέα παράσταση (θεατρικού έργου)
  2. 02 επανεκτέλεση ρόλου (ενός ηθοποιού)
  3. 03 ανακεφαλαίωση
再検討 さいけんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανεξέταση, αναθεώρηση, επανεκτίμηση, ανασκόπηση
再調査 さいちょうさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναξέταση, επανέρευνα, επανακαταμέτρηση