51 αποτελέσματα για «冠»

冠を付ける かんむりをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 στεφανώνω
冠名 かんめい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτερο όνομα (ή πρόθεμα) που χρησιμοποιεί ένας ιδιοκτήτης στην ονοματοδοσία των αλόγων ιπποδρομιών του
冠たる かんたる

άλλο

  1. 01 καλύτερος, απαράμιλλος, αξεπέραστος, ανεπανάληπτος, ασυναγώνιστος
冠辞 かんじ

ουσιαστικό

  1. 01 στερεότυπο επίθετο
冠頂 かんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή κεφαλής
冠省 かんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συγχώρεσέ με που παραλείπω τις τυπικότητες, αλλά σπεύδω να σε ενημερώσω ότι...
冠状動脈疾患 かんじょうどうみゃくしっかん

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαία νόσος
冠を曲げる かんむりをまげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δυσαρεστούμαι, γίνομαι πεισματάρης
冠木 かぶき

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντιο δοκάρι, εγκάρσια δοκός, πύλη με εγκάρσιο δοκάρι, στεγασμένη πύλη
冠鷲 かんむりわし

ουσιαστικό

  1. 01 κανμουριουάσι (Spilornis cheela)
冠者 かんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νέος, νεαρός υπηρέτης, νεαρός άνδρας που έχει ενηλικιωθεί (στα 16 έτη)
冠大会 かんむりたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητική διοργάνωση που χρηματοδοτείται από εμπορική επιχείρηση
冠状動脈血栓症 かんじょうどうみゃくけっせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαία θρόμβωση
冠状静脈 かんじょうじょうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαία φλέβα
冠鶴 カンムリヅル

ουσιαστικό

  1. 01 μαυροστεφανωμένος γερανός (Balearica pavonina)
冠鳩 かんむりばと

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανωμένο περιστέρι
冠不全 かんふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαία ανεπάρκεια
冠纓 かんえい

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι κορώνας (για να εμποδίζεται η πτώση της)
冠称 かんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπορική ονομασία, επωνυμία εταιρείας
冠鳰 かんむりかいつぶり

ουσιαστικό

  1. 01 κρημνοβουτηχτάρι (Podiceps cristatus)