154 αποτελέσματα για «別»

別問題 べつもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικό ζήτημα, άλλο ερώτημα, διαφορετική περίπτωση
別種 べっしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο είδος, διαφορετικό είδος, διακριτό είδος
別邸 べってい

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα κατοικία, εξοχική κατοικία, βίλα
別状 べつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι ασυνήθιστο, κάτι μη φυσιολογικό, ατύχημα, δυσάρεστο περιστατικό, σοβαρή κατάσταση (π.χ. μετά από τραυματισμό), διαφορετική περίσταση
別次元 べつじげん

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη διάσταση, διαφορετικό επίπεδο, εντελώς άλλο επίπεδο
別働隊 べつどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσπασμένο τμήμα, ανεξάρτητη δύναμη
別れを惜しむ わかれをおしむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 λυπάμαι για τον αποχωρισμό, δυσκολεύομαι να αποχωριστώ κάποιον
別居 べっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσταση, χωριστή διαμονή, εν διαστάσει διαβίωση
別離 べつり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρισμός, χωρισμός
別れ話 わかればなし

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση για χωρισμό ή διαζύγιο
別個 べっこ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλος, διαφορετικός, χωριστός, διακριτός
別腹 べつばら

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερο στομάχι (για γλυκά), η ικανότητα να τρώει κανείς γλυκό παρόλο που είναι χορτάτος
別棟 べつむね

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστό κτίριο, βοηθητικό κτίσμα, εξωτερικό κτίριο
別途 べっと

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 ξεχωριστός, ειδικός, έτερος
  2. 02 ξεχωριστά
別館 べっかん

ουσιαστικό

  1. 01 προσθήκη κτιρίου, παράρτημα, συμπληρωματικό κτίριο
別口 べつくち

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικό είδος, άλλο είδος, ξεχωριστό στοιχείο, διαφορετική προσέγγιση, διαφορετικό μέσο
  2. 02 ξεχωριστός λογαριασμός (π.χ. τραπεζικός λογαριασμός)
別嬪 べっぴん

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφη γυναίκα, χαριτωμένη κοπέλα
  2. 02 προϊόν υψηλής ποιότητας, ειδικό είδος
別宅 べったく

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα κατοικία, εξοχική κατοικία
別枠 べつわく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετος, έκτακτος, εκτός κανονισμών, ειδική περίπτωση
別荘地 べっそうち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή με εξοχικές κατοικίες, περιοχή με βίλες