67 αποτελέσματα για «刺»

刺繍糸 ししゅういと

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστή κεντήματος
刺し通す さしとおす

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, τρυπώ, διατρυπώ (π.χ. με σπαθί)
刺傷 ししょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραύμα από μαχαίρι, διατιτραίνον τραύμα
刺々 とげとげ

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ακανθωτά, σκληρά, επιθετικά
刺激性 しげきせい

ουσιαστικό

  1. 01 ερεθιστικότητα, ερεθισμός, διεγερτικότητα, καυστικότητα
刺創 しそう

ουσιαστικό

  1. 01 διατιτραίνον τραύμα, τραύμα από νύξη
刺身包丁 さしみぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι για σασίμι
刺股 さすまた

ουσιαστικό

  1. 01 σασουμάτα, διχαλωτό όπλο για την ακινητοποίηση εγκληματιών
刺激剤 しげきざい

ουσιαστικό

  1. 01 διεγερτικό, εξιταριστικό, ερεθιστικό
  2. 02 παρακίνητρο, ερέθισμα, κίνητρο
刺繍枠 ししゅうわく

ουσιαστικό

  1. 01 τελάρο κεντήματος, στεφάνι κεντήματος, ταμπουρέ, ταμπουρέτο
刺し子 さしこ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική κεντήματος για ενίσχυση υφάσματος (σασίκο), καπιτονέ παλτό, καπιτονέ ρούχα
刺身盛り合わせ さしみもりあわせ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία από σασίμι, δίσκος με διάφορα είδη σασίμι
刺衝 ししょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάτρηση, κέντρισμα, διέγερση
刺胞 しほう

ουσιαστικό

  1. 01 νηματοκύστη, κνιδοκύτταρο, κνίδα
刺激薬 しげきやく

ουσιαστικό

  1. 01 διεγερτικό, ερεθιστικός παράγοντας
刺草 いらくさ

ουσιαστικό

  1. 01 Urtica thunbergiana (είδος τσουκνίδας)
刺青師 いれずみし

ουσιαστικό

  1. 01 τατουατζής, καλλιτέχνης τατουάζ
刺のある言葉 とげのあることば

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αιχμηρά λόγια, σκληρή γλώσσα
刺し箸 さしばし

ουσιαστικό

  1. 01 το τρύπημα του φαγητού με ξυλάκι προκειμένου να το πιάσει κανείς (παράβαση της εθιμοτυπίας)
刺を通ずる しをつうずる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιδίδω την κάρτα μου