38 αποτελέσματα για «刻»

刻苦精励 こっくせいれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστικός, επιμελής, εργατικός, καταβάλλω επίμονη προσπάθεια υπομένοντας δυσκολίες
刻字 こくじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χάραξη χαρακτήρων, χαραγμένοι χαρακτήρες
刻銘 こくめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιγραφή σε πέτρινα μνημεία, μεταλλικά σκεύη κ.λπ., εξοργκ, η πράξη της εγχάραξης
刻みタバコ きざみタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 κομμένος καπνός, καπνός πίπας
刻苦精進 こっくしょうじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστικός, επιμελής εργασία μέσα από κακουχίες, καταβολή έντονης προσπάθειας
刻舟 こくしゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παρωχημένος, προσκολλημένος στο παρελθόν, ανενημέρωτος για τις σύγχρονες εξελίξεις
刻子 コーツ

ουσιαστικό

  1. 01 κοτς, τρία ίδια φύλλα
刻本 こくほん

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλότυπο βιβλίο
きざ

ουσιαστικό

  1. 01 χαράζω
刻み値 きざみち

ουσιαστικό

  1. 01 προσαύξηση, τιμή βήματος
刻み幅 きざみはば

ουσιαστικό

  1. 01 διασκελισμός, μήκος βήματος
刻時トラック こくじトラック

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνος ρολογιού
刻時パルス こくじパルス

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα χρονισμού, παλμός ρολογιού
刻時機構 こくじきこう

ουσιαστικό

  1. 01 ρολόι
刻時信号 こくじしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα ρολογιού, παλμός ρολογιού
刻器 こっき

ουσιαστικό

  1. 01 καλέμι χάραξης
刻露清秀 こくろせいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρό και αναζωογονητικό φθινοπωρινό τοπίο
  1. 01 χαράζω
  2. 02 ψιλοκόβω
  3. 03 κόβω, τεμαχίζω, ψιλοκόβω
  4. 04 ψιλοκόβω, τεμαχίζω
  5. 05 κιμαδοποιώ, ψιλοκόβω
  6. 06 στιγμή, ώρα
  7. 07 σκάλισμα, χάραξη