32 αποτελέσματα για «削»
削進 さくしん
ουσιαστικό
- 01 εκσκαφή (ειδικά για σήραγγα), διάνοιξη στοάς
削氷機 さくひょうき
ουσιαστικό
- 01 μηχάνημα ξυσίματος πάγου
削片 さくへん
ουσιαστικό
- 01 θραύσμα, κομμάτι
削り代 けずりしろ
ουσιαστικό
- 01 περιθώριο κατεργασίας (επιπλέον υλικό που αφαιρείται κατά τις εργασίες μηχανουργικής κατεργασίας ως περιθώριο ασφαλείας για τις ανοχές), επίδομα κατεργασίας
削り花 けずりばな
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο άνθος σκαλισμένο από κούτσουρο
削片板 さくへんいた
ουσιαστικό
- 01 μοριοσανίδα
削歯 さくし
ουσιαστικό
- 01 τρόχισμα δοντιών, λείανση δοντιών
削剥作用 さくはくさよう
ουσιαστικό
- 01 απογύμνωση, διάβρωση
削蹄 さくてい
ουσιαστικό
- 01 κόψιμο οπλών, περιποίηση οπλών
削器 さっき
ουσιαστικό
- 01 λίθινο εργαλείο απόξεσης
削げ落ちる そげおちる
ρήμα
- 01 αποκόπτομαι, αποξέομαι, απολεπίζομαι
削
- 01 πλανίζω
- 02 ακονίζω
- 03 σκαλίζω, ξύνω (ξύλο)
- 04 ξεφλουδίζω, κόβω (τις άκρες)
- 05 ξυρίζω, ξύνω (λεπτές φέτες)