31 αποτελέσματα για «剥»

剥る へずる

ρήμα

  1. 01 υπεξαιρώ, κλέβω ένα μέρος
剥離紙 はくりし

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί αποκόλλησης, χαρτί απελευθέρωσης, χαρτί αποκόλλησης αυτοκόλλητου, μεμβράνη αποκόλλησης
剥き海老 むきえび

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρισμένη γαρίδα (στην οποία έχουν αφαιρεθεί επίσης τα κεφάλια)
剥し暦 はがしごよみ

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο τοίχου με αποσπώμενα φύλλα
剥製術 はくせいじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταριχευτική
剥き物 むきもの

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη της διακοσμητικής γαρνιτούρας
剥がれ はがれ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεφλούδισμα, αποκόλληση, απολέπιση
剥片石器 はくへんせっき

ουσιαστικό

  1. 01 νιφαδοειδές λίθινο εργαλείο
剥土比 はくどひ

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογία εκσκαφής
剥脱性皮膚炎 はくだつせいひふえん

ουσιαστικό

  1. 01 απολεπιστική δερματίτιδα, ερυθροδερμία
  1. 01 ξεκολλάω
  2. 02 ξεφλουδίζομαι
  3. 03 ξεθωριάζω
  4. 04 αποχρωματίζομαι